THE COCK: Διακουπές στου Χουριού

Spread the love

Ρε σου λέω είχα έναν ύπνο γλυκό να πούμε… Έβλεπα και κάτι ωραία γκομενάκια στον υπνο μου… Έμπαινε κι ωραίο αεράκι από το παράθυρο να πούμε… Απόλαυση ρε σου λέω… Και ξαφνικά…

“Αααααα, ζεσταίνωμαιαιαιαιαι. Ααααα,σήκω πάνωωωω. Θέλω διακοπέεεες. Όλοι έχουν φύγειειειει. Σήκω πάνωωωωω! Πήγαινε την οικογένειά σου διακοπεεεεςςς! Αλήτη! Ααααα, ζεσταίνωμαιαιαια.

Την έπιασε κρίση την κυρά Ευθαλία…”Κρισαρα” να πούμε. Θα τη βάρεσε η ζέστη. Σηκώνομαι πάνω, φορώντας ένα σώβρακο και της λέω …

“Βρε γυναίκα μ’… Γυναικάρα μ’… Αφού δεν υπάρχει μία. Αφού βλέπεις δεν υπάρχουν δουλειές. Η κρίση καλή μου…

Δε προλαβαίνω να τελειώσω τη φράση μου…

“Σκασεεεε! Βούλοστωωω! Βαρέθηκα ρε! Βαρέθηκα τις δικαιολογίες και την τεμπελιά σου. Δε θα κάτσω να ψήνομαι εδώ ρε. Κανόνισα διακοπές ρε. Έριξα τα μούτρα μου για να πάνε τα παιδιά μου διακοπές ρε. Και εσύ μαζί, ρε άχρηστε και εσύ… Που αν δεν είχες εμένα ρε ανεπρόκοπε θα ψηνώσουν εδώ σα το μπιφτέκι στη σχάρα! Γουρούνι! ”

“Διακοπές; Που διακοπές γυναικάρα μ’”

“Στο Ξηρόμερο ρε! Αιτωλοακαρνανία ρε. Στην ξαδέρφη μου ρε τη Αφρονίκη. Υποχρεώθηκα και θα πάμε να της κουβαληθουμε για να κάνουν τα παιδιά κάνα μπάνιο και μαζί και συ, ρε ξεφτιλισμενε με το λεκιασμένο σώβρακο. Φτου!”

“Στο Ξηρόμερο; Τι μέρος ειναι αυτό για καλοκαίρι; Καλά θα αφήσουμε εδώ τη ζέστη για να πάμε στην πιο ζέστη;”

“Σκάσεεεεε… Βούλοστωωω… Έχει θάλασααααα… Σήκω πάνω ρε αχαίρευτε….”

Την έπιασε πάλι κρίση την κυρά, φόρτωσα κι εγώ το “Τουότα” και φτάσαμε στο Ξηρόμερο να πούμε…

Ωραίο σπίτι, καθαρό, ασβεστωμένο, ευρύχωρο. Και η ξαδέλφη πολύ περιποιητική, μας υποδέχτηκε εγκάρδια να πούμε…

“Καλούς ουρίσατε, καλούς ουρίσατε… Ιλάτι, ιλάτι.. .Γιάγκου βοηθά εδώ στις βαλίτσες… Καλώς τους, καλώς τους Αθηναίους μας…”

Καμάρωνε η ξαδέρφη γιατί είχε μουσαφιρηδες από την Αθήνα και είχαν βγει και κάτι κυράτσες γειτόνισσες και μας χαιρετούσαν κι αυτές, με κάτι ρόμπες και παντόφλες… ”Ου Γιάγκους” ήταν ο άντρας της που μας έκανε το βαλέ να πούμε

Δεν έχω παράπονο… Πλούσιο τραπέζι να πούμε, αγνά προϊόντα, ωραίο τσίπουρο από “του Γιάγκου”. Έκανα ωραίο κεφαλάκι να πούμε… Και πάνω που σκέφτομαι να πάω λίγο να γύρω να πούμε, ρίχνει η κυρά Ευθαλία τη σφαίρα!

“Και τώρα ξαδέλφη που θα πάμε για μπάνιο”

“Για μπάνιο;”, λέω εγώ…”Μα μόλις φάγαμε! Εννοώ μόλις φάγανε τα παιδιά γυναικάρα μ. Θα βουλιάξουν. Και έχει 38 βαθμούς έξω. Κάνει πολύ ζέστη ”

Δε μίλησε η κυρά Ευθαλία, μόνο με κοίταξε και πάγωσα. Δεν ήθελα να γίνει θέμα τώρα μπροστά στον κόσμο να πούμε…

“Αχ ξαδερφούλα μ’… Θα πάτε στη Βιλά… Φουβερή παραλία! Φουβερή! Ική πάμι κι ιμεις… Κουβαλάω κι ένα ραντζάκι κάτου απ’ του πεύκου, παίρνου και του τάπερ με κατ’ νοστιμιές. Και καθόμαστε ούλη μέρα! Ούλ’ τη μέρα! Α έχει και μια καντίνα δίπλα και παίρνει ου Γιάγκους φρέντου καπουτσίνου απι κει. Να πάτι κι ας κάνει ζέστα. Θα δρουσθστείτ’. Και μη ξιχάσεις να βαλς ΚΑΡΟΥΤΕΝ στα πιδιά. Καίει πολύ ου ήλιους σα κάτ’ “.

“Και πώς πάνε στη “Βιλά” ρε ξαδέρφη;” ρώτησα ηττημένος

“Α πουλί έφκολου! Πουλί έφκολου! Θα πάρεις τουν περιφεριακό, βγαίνς στου κεντρικό, πρώτη παραλία που θα βρεις, ίνη η Βιλά. Έχει και ταμπέλα όρι ξάδερφε. Α και πρόσεχ. Θα αφήσεις τα αμάξι πάν’ και θα περπατήσεις λιγου. Ένα μικρού μονουπατ’. Θα δεις μωρέ την ταμπέλα…”

Πήρα κι εγώ τον περιφερειακό, βγήκα στον κεντρικό και άρχισα να ψάχνω την ταμπέλα “Βιλά” να πούμε…

Ξάφνου ακούω ένα από τα παιδάκια μου να λεει: “Μπαμπά, μπαμπά να τη η παραλία εδώ κάτω”

“Είδες ταμπέλα παιδί μου, να πουμε;”

“Όχι άλλα μάλλον εκεί είναι. Να! Και τα αυτοκίνητα παρκαρισμένα εδώ στο δρόμο μπαμπα”

“Μα αυτά είναι αγροτικά…”, λέω εγώ

“Σκάσε ρε! Ρατσίστα”, πετάχτηκε σαν πορδή η κυρά Ευθαλια…” Τα αγροτικά δεν είναι αυτοκίνητα; Έχει δίκιο το παιδί. Εδώ θα είναι. Θα έχασες την ταμπέλα. ’Ολα εμείς πρέπει να τα προσέχουμε.  Σταμάτα να κατεβούμε και έλα να κουβαλήσεις…”

Με έσκισε… Μου φόρτωσε ένα σα σακί σα πέταλο γύρω από το λαιμό γεμάτο πετσέτες, αντηλιακά, νερά και τρόφιμα. Κάτω από την μασχάλη την ομπρέλα να πούμε. Στο αριστερό χέρι κράταγα το ψυγειακι και στο δεξί δύο καρεκλάκια να πούμε…

Η κυρά Ευθαλια με τα τέκνα της μόνο τον καφέ της και κάτι μπισκότα. Κατεβαίνουν το μονοπατακι και κάθονται και περιμένουν στην παραλία να κατέβω κι εγώ ζωσμένος σα γαιδουρι να πούμε…

“Άντε. Άκόμα. Σιγά την κατάβαση από τη Ριτσωνα. Άντε αλαλιάσαμε απ τη ζέστα.

“Άντε ρε μπαμπά…” Φώναζαν και τα παιδιά…

Φτάνω λοιπόν στην αρχή του χωμάτινου μονοπατιού και το κοιτάω να πούμε. Ήταν περίπου 100 μέτρα να πούμε. Και οι άλλοι τέσσερις με τα χέρια σταυρωμένα να περιμένουν τον Εσταυρωμένο να κατέβει, με τα συμπράγκαλα να πουμε…

Αρχίζω να κατεβαίνω διστακτικά να πούμε, για να μη με πάρει η κατηφόρα με όλες τις μαλακιες που κουβαλούσα να πούμε… Ε και με πήρε…

Το ψυγείο άνοιξε και τα σάντουιτς των παιδιών πιάστηκαν σε κάτι πουρνάρια, κάτι κουτάκια αναψυκτικά κουτρουβαλιαστηκαν στην κατηφόρα και έσκασαν στα βότσαλα δίπλα στη κυρά Ευθαλια, η ομπρέλα μπερδεύτηκε σε κάτι κλαδιά και εγώ να πούμε… καβάλησα το ένα καρεκλάκι οριζόντια και κατέβηκα το μονοπάτι σαν έλκηθρο στην Ελβετία να πούμε. Προσγειωθηκα στα βότσαλα χωρίς να χτυπήσω πολύ να πούμε, αλλά γδάρθηκε ο κώλος μου και σχίστηκε και το μαγιό μου πίσω…

“Άχρηστεεεεε… Ανικανεεεεε… Παραλυτεεεε….”, ούρλιαζε η κυρά Ευθαλια στην έρημη παραλία…

Ούτε καν να ρωτήσει αν χτύπησα να πούμε… Τόση “απονίλα” να πούμε…

Τέλος πάντων… Αφού με έβρισε πάλι, τα μάζεψα όλα να πούμε και ξάπλωσα λίγο κι εγώ να ηρεμήσω στην εξωτική “Βιλά” να πούμε…

Αααχ… Καθόμουνα να πούμε και μου ερχόταν το αεράκι στο πρόσωπο να πούμε και η αλμύρα από τη θαλασσίτσα να πούμε… Και τον πήρα λίγο και κοιμήθηκα λίγο να πούμε εκεί πάνω στο βότσαλο… Είπα και εγώ αυτές είναι διακοπές να πούμε

Ξάφνου ξυπνάω από την κραυγή του παιδιού μου…

“Μπαμπάαα… Ξύπνα… Οι κατσίκεεεες”

 

Τα αγροτικά να πούμε, τα χα δει εγω να πούμε. Είχαν μαντριά εκεί δίπλα κι η παραλία για αυτό δεν είχε κόσμο. Γιατί αμόλαγαν εκεί για βοσκή τα ζωντανά να πούμε.

Το ένα το σκατο-κάτσικο μόλις ξύπνησα, είχε φάει δύο φύλλα από την ομπρέλα. Το άλλο είχε χώσει μουσούδα μέσα στο ψυγείο και έτρωγε κάτι κρουασάν κεράσι που είχαν μείνει. Άλλα τρία έρχονταν καλπάζοντας…

 

Σηκώνομαι σα “νίντζας” να πούμε, βγάζω ομπρέλα και αρχίζω να τα διώχνω με το κοντάρι το κάτω… Βελάζαν αυτά και σκούζαν… Θέλαν να φτάσουν στο ψυγείο. Τα παιδιά κι η Ευθαλια μπήκαν μέσα στη θάλασσα και σκούζαν και αυτά…

Πάλευα με το κοντάρι της ομπρέλας και τα κατσίκια άρχισαν να γίνονται πιο επιθετικά να πούμε… Με περικύκλωσαν να πούμε… Τρια με απασχολούσαν μπρος και δύο μου την πέσαν από πίσω. Θέλαν μια σακούλα με κάτι νεκταρίνια να πούμε…

“Διώχτα ρε άχρηστε δειλέ να βγούμε. Πάθαμε κράμπες εδώ μέσα τόση ώρα”, φώναξε η κυρά Ευθαλια.

 

Και τότε τα παίρνω στην κράνα να πουμε. Παρατάω το κοντάρι και πιάνω την ομπρέλα να πουμε.  Πατάω το κουμπί, ανοίγει η ομπρέλα και τα κατσίκια μπουχός. Τρόμαξαν!

“Τι βρήκατι τη Βιλά μωρή ξαδέρφ;’” ρώτησε η Αφρονίκη. Γυρίσαμε όλοι με κατεβασμένα κεφάλια και εξαντλημένοι να πούμε… Εγώ έπιανα και το μαγιό μου πίσω για να μη φαίνεται το σκίσημο και δούνε τον κώλο μου… Είχαν πάρει θέση κι οι γειτόνισσες και βλέπανε την επιστροφή από την παραλία ….

Τραγωδία να πούμε… Τραγωδία…

Τις επόμενες μέρες, βρεθήκαμε πενήντα μέτρα πιο κάτω από τη παραλία με τα αγριοκάτσικα…Ηταν μια τεράστια ταμπέλα εκεί που έλεγε… ”Παραλία Βελά” να πούμε… ”Βελά” ρε βλάχοι, όχι “Βιλά”

Αυτό είναι που έλεγε και σε μια ταινία “Λος ιν τσανσλέισο” (ενν.lost in translation). Είμεθα και σινεφίλ να πούμε…

  • 33
    Shares

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.