THE COCK: Διακουπές στου Χουριού (Μέρος Β)

Spread the love

“Έλα δω ρε…”, σα να μαλάκωσε λίγο η κυρά Ευθαλια και έκλεισε την πόρτα του δωματίου πίσω της στο σπίτι της αδερφής…

“Τι ναι γυναίκαρα μου;”, απάντησα για να την καλοπιάσω να πούμε

“Ασ’ τις πουστιές ρε.. .Σε χρειάζομαι. Λοιπόν άκου… Μας έχει εδώ η ξαδέρφη πέντε μέρες τώρα και μας ταΐζει και μας ποτίζει. Πρέπει να της κάνουμε και εμείς ένα τραπέζι…”

“Να της κάνουμε γυναίκα μου, να της κάνουμε…”, είπα υποτακτικά να πούμε για να συνεχίσω με καλόπιασμα να πούμε.

“Πώς θα της κάνουμε, ρε ηλίθιε; Με Τι λεφτά; 4 αυτοί, και 5 εμείς 9, και οι 4 θείες απέναντι με τους άντρες… 16 στόματα, ρε βλάκα πως θα τα θρέψω έξω;”

“Γιατί να ρθουν και αυτές περιστερά μ…;”

“Γιατί είναι ξαδέρφια της μάνας μου ρε αχάριστε. Πέντε μέρες τώρα που χλαπακιάζεις τις πίτες και τα γλυκά που σου στέλνουν είναι ωραία ρε φούσκα; Που νομίζουν ότι είσαι βέρος Αθηναίος ρε καράβλαχε και θέλουν να σε περιποιηθούν…;”

“Μάλιστα…”, απάντησα και έσκυψα το κεφάλι…

“Λοιπόν… Άκου προσεκτικά το σχέδιο μου…”

Τα ‘χε καλό σκεφτεί η αλήθεια είναι, η κυρά Ευθαλία. Θα πηγαίναμε στον Αστακό στην παραλία. Εκεί είχε ένα άλλο ξάδερφο που είχε μια ταβέρνα που την έλεγαν ο “Μάκης ο Καλοφαγάς”.

Την ίδια ώρα, λίγο πιο κάτω είχε την περίφημη “Γιορτή Τσιπούρας”. Μοίραζαν δωρεάν εκατοντάδες τσιπούρες σε αλουμινόχαρτο στον κόσμο.

Η κυρά Ευθαλία είχε κάνει συμφωνία με την ταβέρνα… Θα  πληρώναμε ποτά, σαλάτες, άντε και κάνα ορεκτικό και θα φέρναμε (εγώ δηλαδή θα τις κουβαλούσα….) δωρεάν τσιπούρες από τη γιορτή, που ο ξάδερφος θα της σέρβιρε σαν “σετ μενού”. Τα βλαχάκια δε θα καταλάβαιναν τίποτα να πούμε και θα έπεφτε το κόστος του τραπεζιού πολύ ναουμ…

Το μόνο να πούμε που έπρεπε να κουβαλήσω τις τσιπούρες διακριτικά από την πίσω πλευρά του μαγαζιού, για να μη δούνε οι θειάκες να πούμε…

Έρχονται και κάθεται όλος ο συρφετός να πούμε…16 άτομα ζωή να χουν. Σηκώνεται όρθια η κυρά Ευθαλία, σαν πρωτευουσιάνα και δίνει το έναυσμα…

“Σήμερα, αγαπημένοι μου συγγενείς, θα σας ευχαριστήσουμε για την φιλοξενία που μας κάνατε. Φάτε, πιείτε απόψε. Όλα από μας”

“Να παραγγείλουμ’ και καμία μπριτζόλα ξαφέρφ’”, πετάγεται μια θείτσα

“Και κάνα μπιφτεκ’”, λέει μια άλλη

“Όχι καλές μου… Θα φάτε κάτι καλύτερο! Τσιπούρες πελαγίσιες που διάλεξα εγώ κι ο άντρακλας μου” ( Πώς το ‘παθε και δε με έβρισε να πουμε…) Στα υπόλοιπα παραγγείλτε και πιείτε ότι θέτε.

Ξεκίνησαν οι θειάκες και παρήγγελναν σαν πολυβόλα πατάτες, κολοκυθάκια, σαγανάκια και αναψυκτικά. Λες και ήταν σκυλιά ατάιστα για τρεις μέρες…

Και εκείνος “ου Γιάγκους”, ο άντρας της ξαδέλφης, με το που είπε “παραγγείλτε” η Ευθαλία στο 7λεπτο είχε πιει 4 μπύρες…

Ο ρυθμός ήταν καταιγιστικός να πούμε… Σε λίγο όλοι θα ήθελαν τσιπούρες…

Παίρνω από τον ξάδερφό ένα δίσκο και πάω εκεί που γινόταν η γιορτή… Προχωραγα με το δίσκο να πουμε μέσα στον κόσμο και νόμιζαν όλοι ότι ήμουνα κάνα γκαρσόνι που τρελάθηκε  να πούμε…

Πάω εκεί στους ψήστες και τι να δω… Είκοσι άτομα ουρά και να φωνάζει ο μία σκύλα χοντρή να πούμε…

“Ένα κεσεδάκι με δύο τσιπούρες για κάθε άτομο αυστηρά. Αυστηρά είπα!”

Αυτή που ήταν μπροστά μου στην ουρά, γύρισε και με κοίταξε με το δίσκο και κάτι μίλησε μέσα μου να ουμε, ότι θα ξεφτιλιστω να πούμε…

Σήκωσα το χέρι στη χοντρή…

“Και εμείς κυρία μου που έχουμε “αρρώστους ανθρώποι” στο σπίτι να πούμε, δε μπορούμε να πάρουμε καμία τσιπούρα παραπανω να πούμε;…”

“Όχι δε μπορείς ρε βρωμο-Αθηναίε. Που μου ‘ρθες με το δίσκο εδώ να μας κοροϊδέψεις. Μας τα παν κι άλλοι, που την είχαν πιο μεγάλη! Ένα κεσέ με δυο τσιπούρες! Αυστηρά! Αυστηρά”

Πω ρε τι πάθαμε να πούμε… Κρατούσε κι ένα καμουτσίκι η χοντρή και πήγαινε πάνω κάτω σαν κάτι της Γκεστάπο, να πούμε.

Είχα τρελαθεί… Στο μεταξύ στο τραπέζι “Ου Γιάγκους” είχε φτάσει τις 22 μπύρες και οι θείες είπαν να χορτάσουν με ορεκτικά. Σύντομα θα ζητούσαν και τσιπούρες να πούμε. Κι εγώ δεν είχα τίποτα να πούμε…

Ξάφνου βλέπω απέναντι έναν λέτσο γιόφτο να μου γνέφει. Δε του δίνω σημασία αλλά αυτός συνεχίζει… Πάω κοντά…

“Τι θες ρε;” του λέω…

“Άκου πατριώτη. Εκ πρώτης μίλα καλύτερα να πούμε ( ήξερε και το “να πούμε”, να πούμε…) Ξέρω τι θες… Άσε τις μαγκιές… Μέ ένα 50ρικο θα έχεις 35 τσιπούρες στο δίσκο σου; Θες ρε;”

Ο γιόφτος ξηγήθηκε τζάμι. Σε 10 λεπτά άρχισα να τρέχω με τον δίσκο γεμάτο τσιπούρες μέσα στην παραλία για να προλάβω…

Ο κόσμος έπινε καφέ και έτρωγε μπάλες παγωτού και χάζευε “το τρελό γκαρσόνι με τις τσιπούρες”. Τα κουτσομπολιά έδιναν και παίρναν.

Από το τρέξιμο, την νύχτα και το αλάφιασμα, σκόνταψα και μου έπεσαν μερικοί κεσέδες κάτω. Τις σκούπισα απο το χώμα και τις ξανά έβαλα στο δίσκο…Τι να κάνα να πούμε… Οι θειάκες κι “ου Γιάγκους” περίμεναν…

Πριν βγουν οι τσιπούρες, ο λογαριασμός είχε φτάσει ήδη στα 367 ευρώ μόνο με ποτά, αναψυκτικά και ορεκτικά.

Οι θειάκες την είχαν ταβανώσει, είχαν πιει και κάτι “ξυδόκρασα” και είχαν αρχίσει να γίνονται απαιτητικές…

“Άντι ρι ξαδέρφ’… Πουν’ ρε οι πελαγίσιες… Ιιια”

“Ου Γιάγκους” είχε ντερλικώσει και ο άλλος ξάδερφος ο Μάκης μου έδειχνε τα 3 καφάσια με τα άδεια μπουκάλια μπύρες, που είχε πιει να πουμε…

“Ξάδερφε μεγάλη μαλάκια κάνατε που τους τραπεζώσατε μου λέει. Εμείς οι βλάχοι όταν δούμε τσάμπα, τρώμε και τα τραπεζομάντηλα…”

Και σκάνε κι οι τσιπούρες… Δε μπορώ να πω… Περιποιημένα τις σέρβιρε ο ξάδερφος να πούμε… Με πατατούλες τηγανητές και ρύζι…

Τρώγανε όλοι σα λυσσασμένοι. Κάθισα κι εγώ να φάω μια μπουκιά να πούμε. Με το που βάζω την πρώτη πιρουνιά στο στόμα, βλέπω με την άκρη του ματιού μου, ένα μούλικο βλαχάκι, ούτε 11 χρονών να ψιθυρίζει κάτι σε μια θεία και να της δίνει κάτι, κάτω απ’ το τραπέζι

Η θεια σχεδόν φτύνει την τσιπούρα από το στόμα και πάει με αυτό “το κάτι” στην ξαδέρφη…Μαλακία μου μυρίζει σκέφτηκα να πούμε…

Σηκώνεται η ξαδέρφη κατακόκκινη και αρχίζει να γκαρίζει… Όλα τα τραπέζια γύριζαν και κοίταζαν εμάς. Μαζεύτηκε και κόσμος από άλλα εστιατόρια και καφετέριες να πούμε… Για να δούνε…

“Ε άει στου διάουλου ξαδέλφ’…Α ει στου διάουλου κι συ κι ου μαλλάκας ου άντρας σ’. Ίρθατι ιδώ στου χουριού μας, του τόπου μας κι νομίσατι ούτι θα μας ξεφτιλλισετ’. Στα τέσσερα μουρή με παρακάλαγς να ιρθείς ιδώ για διακουπές… Σι πότισα, σι τάεισα κι ισένα κι ούλου τον συρφετο σ’… Και με φερνς, να μη ταΐσεις όξω, τσιπουρς απ’ του πανηγύρ; “

Σηκώνει μια τσιπούρα και τη δείχνει στον κόσμο που είχε κάνει πια κύκλο..

“Δείτι! Δείτι ιδώ ξιφτίλα συμπατριώτς μ’…Μου φέρι τη τσιπούρα απ’ τους κατσίβελους και μου την σέρβιρ’ για πελαγήσ’ …Αμ μου το πι του παιδί, της Χάιδους, του εγγόν’…Και τουν είδ’ ούλη η παραλία τουν ξεφτιλισμένου τουν άντρα τς… Να του πέφτ’, να τη σηκών’ και να μας την ξανά σιρβιρ.. .Με τα χούματα… Ε να!”

Και πετάει την τσιπούρα η ξαδέρφη στα μούτρα μου, και αρχίζουν και οι θειάκες να μου πετάνε τσιπούρες, και άρχισαν όλοι, να πούμε να μου πετάνε ότι είχαν… Παγωτά, αναψυκτικά, πακέτα τσιγάρων. Μόνο “ου Γιάγκους” δε πέταγε, γιατί είχε σουρώσει από τις πολλές μπύρες…

Την κυρά Ευθαλία με τα παιδιά δε τα πείραξαν να πούμε… Εγώ τα έφαγα όλα στη μάπα… Ευτυχώς με έσωσε ένας μπάτσος που έπινε ούζα εκεί κοντά και με φυγάδευσε με περιπολικό να ουμε…

Πέρασαμε  τη νύχτα στο τμήμα και το πρωί πήραμε το ΚΤΕΛ για Αθήνα, πεντέμισι το πρωί.

Ο ξάδερφος ο ταβερνιάρης ήρθε και μου πήρε 432 ευρω για το τραπέζι κι “Ου Γιάγκους” μόλις ξεσούρωσε, έκαψε όλα μας τα ρούχα και πράματα, που είχαμε αφήσει σπίτι,στο χωράφι με κάτι άχυρα…

Όχι άλλες “Διακουπές στου Χουριού”… Όχι άλλες…

 

 

 

 

  • 10
    Shares

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.