Ο Παράδεισος δεν είναι μακριά – Χρήστος Δασκαλάκης

Spread the love

Το ξυπνητήρι χτύπησε στις επτά το πρωί ακριβώς. Το ραντεβού ήταν καθορισμένο το προηγούμενο βράδυ. Επτά και μισή έπρεπε να είμαι στο λιμάνι.

Μετά από ένα κενό πέντε χρόνων, θα επέστρεφα στο πιο όμορφο, για εμένα, σημείο του νησιού. Στο μοναστήρι της Ζούρβας. Ένα μοναστήρι, που ως παιδί είχα τη χαρά να το δω να φιλοξενεί έντεκα μοναχές, μα καθώς τα χρόνια πέρασαν,  έμειναν μόνο  τέσσερις, να φυλούν και να συντηρούν αυτόν τον μικρό  επίγειο παράδεισο…

Επτά και μισή ακριβώς ήμουν στο λιμάνι.  Η φίλη μου, φιλοξενούμενη συνεργάτιδα από την Αμερική, ήταν ήδη εκεί. Μπήκαμε στο θαλάσσιο ταξί και ξεκινήσαμε. Ο αέρας και η ομορφιά της διαδρομής πήραν μακριά τη νύστα και κάθε τι που μπορεί να σκοτείνιαζε το μυαλό μου.

Καθώς το ταξί έμπαινε στο μικρό λιμανάκι, η καρδιά μου σκίρτησε. Πόσες φορές δεν είχα βρεθεί σε αυτόν τον κολπίσκο. Πόσες φορές δεν είχα κάνει αυτήν τη διαδρομή ως παιδί.

Αποβιβαστήκαμε και ξεκινήσαμε την ανάβαση. Μια ανάβαση δύσκολη μα λυτρωτική. Θαρρείς και ανεβαίναμε τον Γολγοθά και ετοιμαζόμασταν για την Ανάσταση.

Σκαρφαλώναμε τα σκαλοπάτια και η θέα μας έκοβε την  ανάσα. Από μακριά, ακούγαμε τον ήχο από αμέτρητα κουδούνια να χαϊδεύουν τα αυτιά μας. Μόλις βγήκαμε στο ξέφωτο, άπειρα κατσικάκια, συντροφιά με τον βοσκό τους, κατευθυνόντουσαν προς την ίδια κατεύθυνση με εμάς. Το τοπίο άγριο, γυμνό από πράσινο, μα τόσο όμορφο, τόσο οικείο, τόσο δυνατό.

Η μεγάλη πλακόστρωτη ευθεία φανέρωσε το τέλος της διαδρομής. Στη μία της άκρη φαινόταν από μακριά η είσοδος του μοναστηριού. Οι αναμνήσεις άρχισαν να κατακλύζουν το μυαλό μου. Ήχοι από καμπάνες, άρωμα από θυμιατό, ψαλμωδίες και προσευχή.

Με δισταγμό έφτασα στην κεντρική είσοδο. Αισθανόμουν λίγο περίεργα. Πόσες φορές δεν είχα βάλει την τεράστια αμπάρα πίσω από αυτήν την σιδερένια πόρτα ύστερα από εντολή της ηγουμένη…   Έκανα τον σταυρό μου ευλαβικά και μπήκα.

Η καταπράσινη αυλή αμέσως αγκάλιασε την ψυχή μου. Όλα έμοιαζαν τόσο γνωστά, τόσο αγαπημένα. Η ηγουμένη φώναξε από μακριά «καλώς ήρθατε» και αμέσως έτρεξα στην αγκαλιά της. Κάποτε μετά βίας έφτανα το ύψος της, τώρα έμοιαζα σαν γίγαντας μπροστά της. «Φεβρωνία, ο Χρήστος μας» είπε η ηγουμένη και εγώ έστριψα το κεφάλι μου για να αντικρίσω μία ακόμα αγαπημένη φιγούρα. Η αδελφή Φεβρωνία μου έσφιξε τόσο δυνατά το χέρι που θαρρείς πως μου μετέφερε με τον τρόπο της όλη την αγάπη και την τρυφερότητα που έκρυβε στην καρδιά της για εμένα.

Το συναίσθημα ήταν περίεργο. Εκείνη και η αδελφή της, η Καλλινίκη, ήταν οι δύο αγαπημένες μου μοναχές όταν επισκεπτόμουν τα καλοκαίρια το μοναστήρι. Μου έδιναν και διάβαζα βιβλία, με έπαιρναν μαζί τους στο περιβόλι, στο ψαλτήρι, στις κότες, σε κάθε δραστηριότητα που ανέθετε η ηγουμένη. Ήμουν ο μικρός τους προστατευόμενος. Μόνο που τώρα πια δεν είναι το ίδιο. Όχι μόνο γιατί μεγάλωσα, αλλά γιατί η Καλλινίκη δεν είναι πια μαζί μας. «Έφυγε» το βράδυ  μιας Μεγάλης Παρασκευής. Έφυγε και με άφησε μόνο, χωρίς τις παραβολές της, χωρίς τα τραγούδια της, χωρίς την υπέροχη παρέα της. Θυμάμαι έντονα εκείνο το βράδυ. Όλο μαζί στην εκκλησία, εγώ δίπλα στους γονείς μου, με πλησίασε η ηγουμένη λέγοντάς μου «η αδελφή Καλλινίκη φεύγει, έλα να την χαιρετήσεις».  Φεύγει; Μα που πάει, σκέφτηκα. Αφού είναι τόσες ημέρες κλεισμένη στο δωμάτιο χωρίς να με αφήνουν να πάω να την δω. Άρρωστη, όπως μου έλεγαν και ακίνητη.  Και τώρα φεύγει; Μπήκα στο μικροσκοπικό της κελί και ξαπλωμένη στο κρεβάτι είχε τα μάτια της κλειστά. Καμία κίνηση, καμία αντίδραση, μα και καμία βαλίτσα δίπλα της. Κατάλαβα…  Έβαλα το χέρι της μέσα στο δικό μου και θα ορκιζόμουν ότι το ένιωσα να κουνιέται. Οι μεγάλοι μου είπαν πως αποκλείεται, η αδελφή καλλίνικη ήταν σε κώμα…

Εκείνο ήταν και το τελευταίο βράδυ που την είδα. Δεν με άφησαν να πάω στο κοιμητήριο να δω την ταφή. Μα αυτό δεν με εμπόδισε κάθε βράδυ, από την επόμενη κιόλας ημέρα, να πηγαίνω μαζί με την αδελφή Φεβρωνία να της ανάβουμε το καντηλάκι.

Και να που τώρα επέστεψα ξανά. Πέρασα έξω από το δωμάτιο της μα το προσπέρασα γρήγορα. Δεν υπήρχε λόγος να  πλησιάσω.  Τώρα δεν ήταν η ίδια εδώ. Μα εγώ προσπάθησα να κάνω  πράξη όσα μου δίδαξε. Δεν άφησα τα όνειρά μου, δεν σταμάτησα να τραγουδώ, να γράφω, να διαβάζω, να προσεύχομαι και φυσικά δεν σταμάτησα να προσπαθώ για  να δω το όνομα μου στο εξώφυλλο ενός βιβλίου, όπως συνήθιζα να της λέω. Και εκείνη, πάντα εκεί, έστω και αν ήταν «μακριά» συνέχιζε και συνεχίζει να είναι στη ζωή μου, στα δύσκολα, στα εύκολα, στα περίεργα και στα φωτεινά. Γιατί, «κάτι που φεύγει μπορεί να έρθει πίσω με μία άλλη μορφή» σκέφτηκα και χαμογέλασα. Ναι, για εκείνη γράφτηκε αυτή η φράση στο παραμύθι μου. Γιατί εκείνη ήταν που με δίδαξε να σέβομαι τη φύση, να την προσέχω, να ακούω τους ανθρώπους, να προσπαθώ και να κάνω υπομονή γιατί «μια μέρα όλα θα αλλάξουν» όπως συνήθισε να μου λέει. Όπως και άλλαξαν…

Μπήκαμε σιωπηλά μέσα στην εκκλησία της Παναγίας. Όλα ήταν όπως ακριβώς τα θυμάμαι. Και κυρίως το αγαπημένο μου δεξί ψαλτήρι, εκεί που διαβάζαμε  μαζί τις Ώρες  και ψέλναμε στον Εσπερινό. Σήκωσα το κεφάλι μου ψηλά και είδα τον βελούδινο Επιτάφιο που οι γονείς μου είχαν κάνει δωρεά στο μοναστήρι. Ζήλεψα λίγο που είχε μόνο τα ονόματα των γονιών μου, λυπήθηκα που εγώ μάλλον δεν θα αξιωθώ να προσφέρω κάτι στο μοναστήρι. Φωτογράφισα τον επιτάφιο για να θυμάμαι τον στόχο μου και βγήκα έξω. Εδώ το περιβάλλον ήταν πιο φωτεινό, πράσινο  και χαρούμενο.

Η κληματαριά, οι ξενώνες, το πλυσταριό, το εργαστήριο, η κουζίνα. Προχωρήσαμε στο βάθος για να δείξω στην φίλη  μου το δωμάτιο που κοιμόμουν με τους γονείς μου. ήταν ακριβώς δίπλα στη στέρνα, δίπλα στο μποστάνι που ποτίζαμε με την Καλλινίκη. Πόσες ώρες δεν είχα περάσει σε αυτό το πεζούλι διαβάζοντας την Καλύβα τους Μπάρμπα Θωμά και την Μελωδία της Ευτυχίας. Πόσες φορές δεν είχε έρθει η Θέκλα ως εδώ, η ηγουμένη, να παίξει ποδόσφαιρο μαζί μου για να μην νιώθω μοναξιά. Πόση αγάπη πήρα από αυτές τις γυναίκες…

Λίγο πιο κάτω, το εκκλησάκι του Άι-Γιάννη ήταν το κρυφό μου απομονωτήριο.  Τράβηξα το σύρτη της καγκελόπορτας του προαυλίου και αυτός ο ήχος μάτωσε την ψυχή μου. Με θυμάμαι μικρό να προσπαθώ με δυσκολία να τραβήξω το γερασμένο σύρτη και εκείνο να παραπονιέται με τον γνώριμο ήχο του. Τώρα, άνοιξε σαν πούπουλο, σαν να παραδόθηκε στα χέρια μου και στη δύναμη του χρόνου. Το τεράστιο πεύκο ήταν και αυτό εκεί, το ίδιο και η μικρή καμπάνα που κρεμόταν από ένα παρακλάδι του. Πόσα Ηλιοβασιλέματα  είχα δει από εκεί μόνος και πόσες φορές δεν είχα κρυφτεί εκεί ύστερα από κάποια σύγκρουση με τους γονείς μου. Αυτό το εκκλησάκι, λόγω μεγέθους, έμοιαζε σαν το προσωπικό μου κουκλόσπιτο. Ακόμα και τώρα, ένιωθα πως θα βγουν από εκεί μέσα οι μικρές φιγούρες Playmobil  που μου άρεσε να παίζω. Μα μάταια περίμενα…

Ο χρόνος περνούσε. Έπρεπε να επιστρέψουμε πίσω στη Χώρα. Φοβόμουν πως αν καθόμουν περισσότερο θα με έπιαναν τα κλάματα και δεν ήθελα να μουσκέψω την ψυχή μου με θλίψη.

Επέστρεψα στη μεγάλη αυλή που μοσχομύριζε από τα  λουλούδια. Η αδελφή Δανιηλία ήταν εκεί να με αγκαλιάσει με τη σειρά της. Πόσα γέλια δεν είχαμε μοιραστεί μαζί. Ήταν η πιο κεφάτη, η πιο αστεία, η πιο κοινωνική. Πόσο θα ήθελα όμως να μπορούσα να «χαιρετήσω» και τις υπόλοιπες.  Μα δεν είναι πλέον κοντά μας. Η αδελφή Συγκλητική, η αδελφή Παρθενία, η Αδελφή Ειρήνη, η Μακρίνα, η Ευπραξία,  η Άννα και φυσικά, η δική μου Καλλινίκη. Στάθηκαν όλες για εμένα σαν μια μεγάλη οικογένεια, ακριβώς τη στιγμή που το είχα τόσο ανάγκη. Πόσο λυπάμαι που δεν είναι τώρα εδώ να τους πω το μεγάλο Ευχαριστώ. Που δεν θα ψάλουμε μαζί, δεν θα διαβάσουμε τον Απόδειπνο στην άκρη της αυλής, δεν θα διηγηθούμε στα σκοτεινά τους αγαπημένους μας Βίους Αγίων.  Έμειναν πλέον  μόνο η  ηγούμενη, η Φεβρωνία, η Δανιηλία και η αδελφή Αδαμαντία, που προς τιμή της Καλλινίκης, πήρε το όνομα της.

Πέρασα την εξώπορτα με μισή καρδιά. Ήταν σαν αφήνω πίσω μου τον παράδεισο και να επιστρέφω στην «κόλαση» της ενήλικης  πραγματικότητας. «Μη στενοχωριέσαι» μου είπε η φίλη μου. «Έχεις το πιο πολύτιμο πράγμα:  τις αναμνήσεις και την ευχή τους».

Και έτσι  είναι.

Όσα έζησα εδώ ως παιδί δεν αρκεί ένα βιβλίο για να τα περιγράψει. Όσα διδάχτηκα δεν φτάνουν σε τίποτα καμία από τις συμβουλές και τις παραβολές που άκουσα στη συνέχεια από τους μεγάλους. Ίσως γιατί τα παιδικά μας χρόνια δεν συγκρίνονται με τίποτα άλλο, ίσως γιατί ο κόσμος να σκλήρυνε και πλέον να μην βρίσκονται εύκολα αγνές ψυχές να μας αγκαλιάσουν και να πουν μια προσευχή μαζί μας. Ίσως πάλι να αλλάξαμε και εμείς.  Δεν ξέρω…

Καθισμένος στο μικρό μου γραφείο και γράφοντας αυτές τις λέξεις νιώθω μια λύτρωση και μια ηρεμία. Ήθελα από καιρό να πω ένα Ευχαριστώ στις γυναίκες εκείνες που κάτω από την μαύρη αμφίεση τους έκρυβαν τόση αγάπη και τρυφερότητα για ένα αγόρι που ονειρευόταν να γίνει ευτυχισμένο. Ήθελα από καιρό να επιστρέψω σε εκείνο το μέρος που η Καλλινίκη μοιράστηκε μαζί μου τις πιο όμορφες ιστορίες. Και αν δεν τις θυμάμαι όλες μέχρι τέλους, χαίρομαι που κατάφερα να γράψω το δικό μου παραμύθι για να μην ξεχάσω ποτέ όσα εκείνη μου δίδαξε. Και εύχομαι να μην τα ξεχάσω ποτέ…

  • 431
    Shares

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.