Μια βόλτα Δευτέρας που μύρισε νοσταλγία – Χαρά Μαρκατζίνου

Spread the love

 

Απόγευμα φθινόπωρινής Δευτέρας μ’ένα ήλιο φωτεινό λίγο πριν βουτήξει στις πορτοκαλοχρυσαφένιες του ακτίνες. Βόλτα στο κέντρο της πόλης, σε δρόμους που θυμίζουν μια άλλη εποχή, δική μου. Μυρίζει ήδη νοσταλγία κι εγώ περπατώ στους ίδιους δρόμους, 20 χρόνια μετά… ο χρόνος φάνηκε να πέρασε νεράκι. Φοιτήτρια τότε, γυναίκα σήμερα με μία έφηβη κόρη, διανύοντας την καλύτερη περίοδο της ζωής της. Κοιτάω τον εαυτό μου στη βιτρίνα ενός καταστήματος. Κάτι έχω κρατήσει από την εποχή της φοιτήτριας… τζινάκι, σταράκια, μακώ μπλουζάκι και μεταξύ μας με καρδιά φοιτήτριας, εκεί γύρω στα 22, μόνο που τώρα τα πράγματα είναι πιο ανέμελα.

Ανεβαίνω την Εμμανουήλ Μπενάκη, εκεί που για έναν ολόκληρο χρόνο είχα λιώσει τα αθλητικά μου στο πήγαινε-έλα, κάνοντας προετοιμασία για τις Πανελλήνιες. Τριτοδεσμίτισα γαρ και το μόνο που μου άρεσε τελικά από εκείνη τη δέσμη ήταν μόνο η έκθεση. Τα υπόλοιπα έχουν πια ξεχαστεί, όπως ακριβώς παπαγαλίστηκαν… “Ovidius poeta in terra pontica exulat” και  “Έστιν ουν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας…”, το θυμάμαι ολόκληρο και είναι το μόνο μάλλον, αλλά για λόγους οικονομίας θα το κρατήσω για μένα – φίλοι φιλόλογοι μην πυροβολείτε! Μια έντονη χρονιά με το βάρος της επιτυχίας, γιατί ήμουν προγραμματισμένη να πετύχω, δεν επιτρεπόταν κάτι άλλο… φοβόμουν την απογοήτευση στα μάτια τους!

Βγαίνω στην Πανεπιστημίου. Εδώ οι ανταύγειες του ήλιου φωτίζουν την Εθνική Βιβλιοθήκη και δίπλα το Πανεπιστήμιο… πόση γνώση άραγε έχει μεταδοθεί εδώ; Πόσα όνειρα έχουν γίνει στη θέα του Πανεπιστημίου από αμέτρητους εφήβους; Πόσες ορκομωσίες με το πολυπόθητο πτυχίο στα χέρια; Με το ίδιο όνειρο κι εγώ, κι αφού πέρασα στις εξετάσεις – ναι τα είχα καταφέρει- χωρίς καλά καλά να το έχω συνειδητοποιήσει, βρέθηκα φοιτήτρια, σπουδάζοντας την πρώτη μου επιλογή, με μια βιασύνη να τελειώσω, χωρίς να χρωστάω μάθημα, χωρίς μια φοιτητική εκδρομή, χωρίς μια κοπάνα ή μάλλον με κοπάνα μία, μια μέρα με τσουχτερό κρύο. Όμορφες αναμνήσεις κι ας κυνηγούσα το χρόνο για να προλάβω να κάνω όσα πιο πολλά μπορώ.

Λίγο πιο πάνω, στην απέναντι πλευρά, καθώς ανηφορίζω, το κτίριο της Τράπεζας της Ελλάδος, στέκει αγέρωχο και επιβλητικό, όσο επιβλητικό μου φάνταζε όταν πήγα να εξαργυρώσω την επιταγή της υποτροφίας μου… ναι, ήμουν σπασικλάκι και στο Πανεπιστήμιο, είπαμε ούτε ένα μάθημα χρωστούμενο! Τα πρώτα μου λεφτά σε λογαριασμό, το ‘δώρο’ για την άριστη επίδοσή μου στο ακαδημαικό έτος. Τα πρώτα ενήλικα όνειρα… Θυμάμαι τη συγκίνηση που ένιωσα και το άγχος να αποθηκεύσω τα χρήματα, μέσα στο μποτάκι μου για να τα μεταφέρω με ασφάλεια. Αν με έβλεπες τότε το μόνο που μου έλειπε ήταν το ψάθινο καλάθι με την κοτούλα, τα αυγά και την τυρόπιτα, τυλιγμένα σε κόκκινο καρώ τραπεζομαντηλάκι. Κι αν δε σ’αρέσει αυτό, σκέψου τον Παπαγιαννόπουλο στον Ηλία του 16ου, που έκρυβε τα κοσμήματα σε μια παλιά αρβύλα… το χωριατόπαιδο που ήρθε στην πρωτεύουσα… Γελάς, ε; Κι εγώ τώρα που το ξαναθυμάμαι. Επιστροφή στο σπίτι με χαρά για το δώρο μου! Το σπίτι, όμως, άδειο… Ο μπαμπάς στο ασθενοφόρο για το νοσοκομείο. Η δυσκολότερη στιγμή…

Ανηφορίζω για μια ανάσα στον Εθνικό κήπο. Μ’αρέσει να χάνομαι μέσα στα δέντρα, ν’ανασαίνω οξυγόνο, αφήνοντας πίσω το βουητό και την ασχήμια της πόλης. Κάθομαι σ’ένα παγκάκι να ξαποστάσω. Πώς γέμισα ξαφνικά με τόσες αναμνήσεις, για μια δύσκολη εποχή, τότε που όλα θα έπρεπε να είναι ανέμελα κι ο χρόνος να κυλάει ανενώχλητα, να είναι σύμμαχος, συνεργός σε όνειρα και σχέδια; Πώς κατάφερα να χωρέσω αναμνήσεις 20 χρόνων σε μια απογευματινή βόλτα στο κέντρο; Τελικά οι αναμνήσεις είναι δώρο, όταν δε σε σκλαβώνουν, όταν δε σε κρατάνε αιχμάλωτο, όταν δεν  πονάνε πια… Όταν σου θυμίζουν πως όλα όσα πέρασαν διαμόρφωσαν την ψυχή σου, το τσαγανό σου και σε έφεραν ένα βήμα πιο κοντά στην αλήθεια σου.

Ο χρόνος… Ο χρόνος, δική μας επινόηση, για να οργανωνόμαστε, για να βασανιζόμαστε ή για να παραμυθιαζόμαστε… Ξέρω πως αυτή η επινόηση του χρόνου δε σταματά, μα δε γυρίζει και πίσω… Περπατώ στα ίδια μέρη, μα με πιο σταθερά βήματα πια, γεμάτα ευγνωμοσύνη για τη στιγμή που ζω. Για μένα υπάρχει πια μόνο το τώρα, το εδώ, η στιγμή που ανασαίνω, που καρδιοχτυπώ, που ερωτεύομαι, που χαμογελώ, που αγκαλιάζω, που δίνω, που δέχομαι, που χορεύω, που τραγουδώ, που γράφω, που ζωγραφίζω… που ζω!

Η ζωή έχει το χρώμα που της δίνω, κι αυτό είναι το πιο φωτεινό, όπως ο ήλιος που ακόμα πορτοκαλοχρυσίζει τον ουρανό. Η ζωή είναι το υπέροχο τώρα κι όλα όσα εξαργύρωσαν το εισιτήριό μου για να φτάσω ως εδώ, δύσκολα τα πιο πολλά, μα είναι αυτά για τα οποία νιώθω ευγνωμοσύνη…

Αυτό το ταξίδι στη νοσταλγία σφραγίζει με τη γεύση μιας γρανίτας λεμόνι, κι ας φθινοπώριασε. Στην καρδιά είναι ακόμα καλοκαίρι. Γρανίτα λεμόνι που είναι δροσερή, με μια σπιρτάδα στη γεύση, όπως ακριβώς σπιρτόζικη είναι η ζωή.

  • 53
    Shares

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.