Μικρές ιστορίες χειμερινών διακοπών vol. 1 – Χαρά Μαρκατζίνου

Spread the love

Λόντρα…Παρίσι…Νιου Γιορκ…Βουδαπέστη…Βιέννη

που έλεγε το τραγουδάκι του 1946. Το γκούγκλαρα να ξέρεις γιατί αν το είχα πρωτακούσει, τώρα θα πίναμε καφεδάκι με τις φίλες μου τις καρυάτιδες! Στο θέμα μας, όμως, μην ξεφεύγουμε. Εκεί που καθόμουν, λοιπόν, και μιας και θυμήθηκα πως τα κείμενα με θέμα τις μικρές ιστορίες παραλίας είχαν επιτυχία, λέω δε γράφεις κι ένα για ιστορίες χειμερινών διακοπών. Και να’μαι μπροστά από το πληκτρολόγιο.

Επόμενος σταθμός: Λονδίνο. Αγαπημένος προορισμός, ταξίδι-πόθος ετών και να που πραγματοποιήθηκε!!! Εξαιρετικό το ταξίδι με το αεροπλάνο, γιατί ‘όταν κοιτάς από ψηλά, μοιάζει η γη με ζωγραφία’. Αν εξαιρέσεις τις καθόλα ευγενέστατες αεροσυνοδούς που πρέπει όπωσδήποτε να περάσουν μαθήματα ορθοφωνίας, άρθρωσης και σωστή προφοράς – γιατί ναι ρε φίλε πώς να το κάνουμε εμείς της αγγλικής, έχουμε και μια ευαισθησία σε τέτοια θέματα –  και το ντεμί σεζόν φαγητό, να’σου στην πρωτεύουσα της Μεγάλης Βρετανίας, η οποία φόρεσε τα γιορτινά της για να μας υποδεχτεί και την καλοκαιρία της, ναι την καλοκαιρία της, χωρίς βροχούλα. Που μας έκανε και εκπληξάκι με ήλιο ένα απόγευμα. Άλλο πράγμα σου λέω. Που, όμως, είχε κρυμμένο το Μπιγκ Μπεν της, για λόγος συντήρησης.

Ταξιδεύουμε με γκρουπ κι όσο να πεις, αυτό κάνει τα πράγματα πιο ενδιαφέροντα. Περισσότερος κόσμος, περισσότεροι ήρωες για παρατήρηση, περισσότερα κωμικά γεγονότα… Οι πρώτες ώρες περνούν σχεδόν απνευστί αφού πρέπει να δούμε τα αξιοθέατα και να βγάλουμε τις απαραίτητες αναμνηστικές φωτό. Χαμός παντού. Το τι κόσμος πήγε στο Λονδίνου, σου λέει άλλο πράγμα. Ασιάτες παντού, παντού σαν τα μηρμύγκια και σαν τα ραπανάκια μέσα στις φωτογραφίες σου. Ευτυχώς που δεν γνώριζαν την ελληνικήν γιατί ο σχολιασμός πήγαινε κι ερχόταν.  Και στο Μπάκινγχαμ πήγαμε και το Βετάκι εκεί ήτανε. Μου είπε να με φιλοξενήσει, λόγω της παλιάς φιλίας που μας συνδέει, αλλά της είπα Βετάκι πληζ θέλω να κρατήσω λοου προφάιλ σ’αυτό το ταξίδι.

Στη διαδρομή προς τα υπόλοιπα αξιοθέατα κάθομαι μπροστά από μία οικογένεια με ένα αγόρι στην προεφηβεία, το οποίο προφανώς από τον ποδαρόδρομο και το πρωινό εγερτήριο έχει κλατάρει και είναι ζωγραφισμένη η κούραση στο πρόσωπό του. Η μανούλα, όμως, ανησυχεί.

‘Τι έχεις αγόρι μου; Μήπως δε σου αρέσει το ταξίδι;’

‘Μαμά δεν έχω τίποτα, άσε με.’, απαντά ο μικρός.

‘Όχι, δε γίνεται. Κάτι έχεις…’ επιμένει η μανούλα. Βλέπεις ο γυναικείος εγκέφαλος όταν χρησιμοποιεί την έκφραση ‘Δεν έχω τίποτα’, έχει ένα σωρό και καλύτερα είναι να κάνεις καράβι να φύγεις, που έλεγε κι ένας παιδικός μου φίλος. Και το ένστικτό της της λέει πως το βλαστάρι της κάτι έχει, όπωσδήποτε. Οπότε συνεχίζει ακάθεκτη.

‘Έλα πες μου. Εμείς είπαμε να τα κουβεντιάζουμε όλα. Δεν είναι σωστό αυτό που κάνεις…’

Μέσα σ’ένα λεπτό και ψυχολογικός εκβιασμός και απόρριψη συμπεριφοράς, μια χαρά. Αθάνατη Ελληνίδα μάνα! Να μη σου τα πολυλογώ, στην δέκατη εντέκατη φορά, είχα χάσει πια το μέτρημα της λέει πια ο μικρός ότι θα σου πω στο ξενοδοχείο. 1-0, σκέφτομαι. Θα ησυχάσει. Εις μάτην. Ποιο ξενοδοχείο, σιγά μην περίμενε η μανούλα ως το βράδυ που θα γυρίζαμε στο ξενοδοχείο. Δε θα είσαι καλά.

‘Έλα βρε αγόρι μου, πες μου σε παρακαλώ.’ Ο μπαμπάς να σου πω πως σε όλη τη διαδρομή ήταν ατάραχος, δε συμμετείχε καθόλου στο βάσανο αυτό και ήταν πολύ κουλ. Ευτυχώς για τον μικρό της ιστορίας, δυστυχώς για τη μαμά, φτάσαμε στο Βρετανικό μουσείο κι εκεί ανάμεσα στο πλήθος τους έχασα. Να έμαθε άραγε η μανούλα, τι βασάνιζε το άμοιρο παιδί της; Ποιος να ξέρει..

Είδαμε τα εκθέματα, θαυμάσαμε την ιστορία μας και τα κλεμμένα μας αγάλματα, δώστου πάλι εκεί Ασιάτες με το καντάρι στο μουσείο, σμπρώξαμε, σμπρωχτήκαμε, ήπιαμε το υπέροχο νεράκι μας, που για δυο μπουκαλάκια δώσαμε 4 λίρες – αυτό το πράγμα εμείς οι νεροφίδες να λέμε το νερό νεράκι στα εξωτερικά πολύ με ταλαιπωρεί σου το λέω – κι αφού χάσαμε μία έξοδο, βγήκαμε από άλλη για να καταλήξουμε στο ξενοδοχείο μας, να ξαποστάσουμε κομματάκι. Περιττό να σου πω για τον οδηγό του πούλμαν που πρέπει να είχε μετεκπαιδευτεί στην Αθήνα γιατί είχε ξεσηκώσει συμπεριφορές τσαμπουκά και κόρνας από την γενέτειρά μας. Κι εκεί που έχουμε φτάσει έξω από το ξενοδοχείο και το ζεστό ντουζάκι φαντάζει πραγματικότητα σε λίγα λεπτά, μανουριάζει ο οδηγός με ένα μικρό αυτοκίνητο γιατί δεν κάνει όπισθεν να φύγει και να έρθει το πούλμαν. Ο δικός μας ανένδοτος, ό άλλος οδηγός να μην κάνει πίσω και να έχει στριμώξει το αυτοκίνητό του τσίμα τσίμα στο δρόμο δίπλα από το πούλμαν… όχι γιατί οι γυναίκες οδηγοί δεν έχουν αντίληψη του χώρου – αχ το είπα γιατί θα έσκαγα. Μανούρα στη μανούρα, καταφέρνει ο δικός μας να το περάσει ξυστά και να μπούμε στο πολυπόθητο ξενοδοχείο. Για Άγγλοι, αρκετή φασαρία κάνανε,δε λέω, αλλά το δικό μας μεσογειακό ταμπεραμέντο θα είχε βγάλει και τους δυο οδηγούς εκτός αυτοκινήτου να αναμετρούν τις δυνάμεις τους στα χέρια. Ουφ, το γλιτώσαμε. Πάει κι αυτό.

Μπαίνουμε στο λόμπι του ξενοδοχείου κι αναμένουμε τις πολυπόθητες κάρτες για τα δωμάτια. Κι εκεί την βλέπω. Ταξίδευε μαζί μας, αλλά με ετούτα κι εκείνα δεν την είχα προσέξει. Παράλειψις μου, ζητώ συγγνώμη. Την Κατερίνα Λάσπα τη θυμάσαι; Φαντάσου την στο πιο ξινό της, στο πιο κοντό της – το ένα κι ένα μίλκο ντερέκι μπροστά της – και ύφος τουλάχιστον 100 καρδιναλίων. Όπα κοπελιά χαλάρωσε γιατί θα βρεις…Με γνωστό συνοδό-σκυλάκι δίπλα της για να της κρατάει τα ψώνια και να της κουβαλάει τις αποσκευές. Και διερωτώμαι εύλογα, πού τους βρίσκουν για να τους κάνουν τους υπηρέτες, κι αυτοί να το φχαριστιούνται… μ’αυτή την απορία θα μείνω να ξερεις.

Το πρόγραμμα το βράδυ έχει τη νυχτερινή βόλτα της πόλης. Άλλο πούλμαν, άλλος οδηγός, λιγότερο μανούρης. Κι εδώ αρχίζει το δράμα μου… στη βόλτα έχουμε μαζί κι άτομα από άλλα γκρουπ, που δεν είχαμε την τύχη να τα γνωρίσουμε νωρίτερα. Τι τα θες τι τα γυρεύεις, κάθομαι πίσω από μία κυρία που έχει εξάψεις και πολύ ναζιάρικη φωνή. Παντρεμένη με το Σπύρο – το μάθαμε βλέπεις γιατι στις 10 φράσεις της οι 11 ξεκινούσαν με τη λέξη Σπύροοο – και μητέρα ενός έφηβου γιου. Μπαμπάς και γιος σε διπλανά καθίσματα, σε απόσταση ασφαλείας. Και το μαρτύριο ξεκινά…Έχει ζέστη το πούλμαν και η κυρία ζεσταίνεται υπερβολικά. Αφού αφαιρέσει τη μισή Άρτα και κομμάτι από τα Γιάννενα που φορά, σε κασκόλ, μπουγάν, ζακέτες – δεν έκανε και πολικό ψύχος εν τέλει – αρχίζει την γκρίνια… ‘Σπύρο, κάνει πολλή ζέστη. Πες του σε παρακαλώ να κατεβάσει τον κλιματισμό.’ Ο Σπύρος ατάραχος, συνεχίζει με τον υιό του τη συζήτηση που είχαν κι η κυρία βράζει. ‘Έλα βρε Σπύρο, ζεσταίνομαι. Πες του να το κλείσει.’ Μπορεί και να το είπε και καμιά δεκαριά φορές ώσπου ο Σπύρος ανέλαβε δράση! Το μαρτύριο δε συνεχίστηκε και εκτός λεωφορείου, στον περίπατο κάθε φορά που ο ξεναγός μας πρότεινε ένα μέρος για επίσκεψη, το ‘Σπύρο να το θυμάσαι αυτό να πάμε’ και το ‘Σπύρο κι εδώ βγάλε μου μια φωτογραφία’, έδιναν και έπαιρναν. Το τραγούδι ‘Έλα και τράβα μου μία φωτογραφία’ το ξέρεις; Έ, τέτοιο ήταν το φήλινγκ της κυρίας. Αν ξανακούσω ‘Σπύρο’ απόψε θα κάνω φόνο και θα φάνει τα νιάτα μου – μην ξεροβήχεις – οι φυλακές της Αγγλίας.

Εξαίρετο πρώτο βράδυ κι η επόμενη μέρα έχει εγερτήριο στις 7 παρά το πρωί! Παίρνουν από τη ρεσεψιον για αφύπνισή σας… ‘Μα δε ζητήσαμε χριστιανέ μου αφύπνιση! Έλα Παναγία μου!’. Κι αφού διαμαρτυρηθήκαμε σε άπταιστα αγγλικά, γιατί είμαστε και της Αγγλικής φιλολογίας, το ξανάπαμε, αγουροξυπνημένοι φάγαμε το πρωινό μας και ξεκινήσαμε για τη βαρκάδα στον Τάμεση. Εξαιρετικά παιδιά, αν δεν κούναγε κι αυτό το λίγο θα ήταν σούπερ! Σας έχω πει, δεν κάνω για θαλασσόλυκος εγώ. Μας θέριζε και το αεράκι στο πάνω μέρος του πλοίου, σπουδαία! Βγάλαμε, όμως, κάτι φωτογραφίες! Κι αφού τα αξιοθέατα μέχρι το Γκρήνουιτς είχαν τελέψει, είπαμε να μπούμε μέσα στο πλοίο να ζεσταθεί κι εμάς το κοκαλάκι μας. Εκεί γνωρίσαμε ένα ζευγάρι συνταξιούχων, με την γλυκύτατη πλην αδιάκριτη κυρία Άννα να μου έχει εξιστορήσει όλη της τη ζωή μέσα στα επόμενα δέκα λεπτά, να μου κάνει μαθήματα περί αντρών και συντρόφων – και μεταξύ μας δεν είχε και άδικο σε αυτά που έλεγε – και να μου απαριθμεί τα ταξίδια που έκαναν κάθε χρονιά με τον αγαπημένο της σύζυγο. Από τους ευνοημένους διπλοθεσίτες κάποιας άλλης εποχής, με τις μεζονέτες τους και την τακτοποιημένη ζωούλα τους, τα εξοχικά, τα αυτοκίνητα και τα χρυσαφικά, μου εξηγούσε η γλυκιά μου πώς κατάφερε να δημιουργήσει όλη αυτή την περιουσία. Σε λίγο ερχόταν η ώρα μου, να μου κάνει ανάκριση γ’ βαθμού για τη δική μου ζωή. Κι αφού θεώρησε πως γίναμε κολλητές, σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, άρχισε τα ‘πού πήγατε’, ‘τι φάγατε’, ‘τι ψωνίσατε’; Αχ, γλυκιά μου κυρία Άννα, πού να ήξερες πως η αδιακρισία και οι πολλές ερωτήσεις είναι το κόκκινο πανί για μένα… Κλείνομαι σαν στρείδι και γίνομαι ο ίδιος ο Χαλακατεβάκης από τους Απαράδεκτους. Με τη γνωστή ευγένεια, όμως, που με διακρίνει, τα γαλλικά και το μπαλέτο, κατάφερα να βάλω την κυρία Άννα στη θέση της, μιας και η ζωή μας βρε παιδιά παρουσιάζει ενδιαφέρον για μας τους ίδιους, για κανέναν άλλον.

Οι μέρες κύλησαν νερό. Επισκεφτήκαμε τόσα πολλά μέρη και γεμίσαμε όμορφες εικόνες αλλά και γνώσεις από έναν ξεναγό πολύ ενημερωμένο. Κι εκεί που παρατηρούσα, λοιπόν, τον ξεναγό μας, το παράστημά του, το πρόσωπό του, τις εκφράσεις του, συνειδητοποίησα πως έμοιαζε με το μπαμπά μου. Ναι, σου λέω. Η ομοιότητα ήταν τέτοια, που το γνωστό φωσκολικό μυαλουδάκι μου σκέφθηκε, μήπως είχε κάνει κάποια αταξία ο μπαμπάς στο παρελθόν. Μα να του μοιάζει τόσο πολύ βρε παιδιά; Τι να πω; Το άφησα ανεξιχνίαστο, βέβαια και συνέχισα το ταξίδι μου.

Για την ελεύθερη μέρα μας που αλωνίσαμε σε Madame Tussauds, Harrods, Σοχο, Oxford Street δε σου τη συζητώ. Χαμός, ξεποδάριασα το παιδί μου στο πήγαινε έλα – με κίνδυνο να μου το πάρει η πρόνοια. Στο μουσείο των κέρινων ομοιομάτων έδωσα ρέστα σου λέω. Μέχρι φιλάκι έστειλα στον Κάρολο, που καθόταν σαν μπαστούνι δίπλα στην Καμίλα – Γκαμίλα καλύτερα να την έλεγαν, θα της πήγαινε καλύτερα. Έβγαλα φωτό και δίπλα στο Spiderman, εγώ το πιπίνι. Ευτυχώς που δεν έπαθα κανένα λουμπάγκο και σηκώθηκα χωρίς να τσαλακώσω το ιματζ μου στην αλλοδαπή. Στα Harrods δε άλλο γέλιο. Χαμός, κόσμος έμπαινε, κόσμος έβγαινε, Αραβίδες με ακριβές τσάντες και ρούχα αλλά με μια μπούρκα να κρύβει όλη τους την ύπαρξη…τι δυστυχία – κανένα υλικό αγαθό δε μπορεί να αντικαταστήσει την ελευθερία σου. Τέσπα, μη σε ρίχνω με τις φιλοσοφικές ανησυχίες μου. Είχα νταλκά να πάρω ένα χριστουγεννιάτικο στολίδι από το συγκεκριμένο μαγαζί, κι ο κατά τα άλλα ξινός, φλεγματικός υπάλληλος μου είπε πως είχαν τελειώσει…Το βλέμμα μου ήταν σαν της Ρένας Βλαχοπούλου στο ‘Μια Ελληνίδα στο χαρέμι’, στη σκηνή που αποκάλεσε τους Άραβες ψωριάρηδες, αλλά κι εδώ συγκρατήθηκα. Κι έπνιξα τον πόνο μου σε μία βάφλα με παγωτό που γεύσιζε  – το υπογλώσσιο στον Μπαμπινώτη περικαλώ – μπανόφι, ξέρεις μ’αυτό το γλυκό που μεγάλωσαν γενιές και γενιές. Επόμενος σταθμός το Σοχο χοχοχο. Με τα φωταγωγημένα δρομάκια του κι ένα award winning gay bar. Και με ρωτά η έφηβη πια κόρη μου ‘τι ακριβώς βραβείο κερδίζουν μαμά;’ Τι να πω κι εγώ η καψερή. Αποστομωτική αυτή η νεολαία σήμερα.

Η πρόνοια να ξέρεις, πέρα από το ξεποδάριασμα που έκανα στο παιδί μου, θα μου το πάρει γιατί την πήγα μία επίσκεψη μέχρι την Tate Modern Gallery. Καλλιτέχνις ζωγράφος η μανούλα θέλει να θεωρεί τον εαυτό της – τρομάρα μου, την πληρώνει το παιδί. Το τι σαβούρα πάνω σε παλέτες αποτέλεσε τέχνη, δε θα το σχολιάσω. Πολύ μοντέρνα η μοντέρνα γκαλερί. Όπως και τις δημιουργίες μιας καλλιτέχνιδας που είχε τρομερό κόμπλεξ απέναντι στους άντρες κι είχε γεμίσει ένα πλέξι γλας γεμάτο προφυλακτικά που έγραφαν ‘Men don’t protect you anymore’, δηλαδή οι άντρες δε σε προστατεύουν πια. Δεν ξέρω αν τους πάτησε το τραίνο, αλλά τώρα ταξιδεύουμε, δεν έχουμε χρόνο για φιλοσοφικές ανησυχίες…

Το τελευταίο βράδυ σκεφτήκαμε να επισκεφτούμε τη Winter Wonderland στο Hyde Park. Ρωτώ το γιο του ξεναγού, έναν δεκάχρονο πολύ κουλ πιτσιρικά, τι μου προτείνει να επισκεφτούμε. Να πάτε εδώ, να πάτε εκεί, να πάτε παραπέρα, ε να δοκιμάσετε και τη ρόδα, μου είπε, αλλά δεν ξέρω αν είναι για την ηλικία σας. Να κι η μαχαιρία στην καρδιά από το Στέφανο, που αν, λέμε αν ο μπαμπάς του-ξεναγός ήταν ο χαμένος αδερφός μου τώρα εγώ θα ήμουν θεία του. Και σαν θεία του θα μπορούσα να του αστράψω ένα χαριτωμένο φούσκο. Ακούς εκεί να μου πει αν είναι για την ηλικία μου. Που το παιδί δίκιο είχε. Γιατί όταν ανέβηκε η ρόδα και σταμάτησε στο πιο ψηλό σημείο, η θεία Χαρά τα χρειάστηκε!

Τελευταίος σταθμός το παλάτι του Γούινζορ. Παραμυθένιες οι εικόνες από ένα παλάτι που θυμίζει άλλη εποχή. Το οποίο παλάτι πήρε φωτιά πριν από χρόνια και το Βετάκι ζήτησε λέει τη βοήθεια του βρετανικού λαού για να το αναστηλώσει… ε ρε γλέντια. Ευτυχώς, εμείς γλιτώσαμε από τέτοια. Κι η αίθουσα με το νυφικό της Μέγκαν κατάμεστη από γυναίκες που τράβαγαν φωτογραφίες, και κόντρα φωτογραφίες να απαθανατίσουν τη λεπτομέρεια στην νταντέλα. Τελικά ο γάμος και το νυφικό είναι γυναικεία μάστιγα σε όλη την υφήλιο ή γενετική προδιάθεση. Τι να πω; Ας μας δώσουν τα φώτα τους οι επιστήμονες. Και πάνω σ’αυτές τις φιλοσοφικές ανησυχίες και τις συμπαντικές αναζητήσεις, διαλέξαμε ένα ιταλικό εστιατόριο να φάμε, μ’έναν ωραίο ψηλό, ξανθό Βρετανό που ήρθε να μας καλωσορίσει. Μη δω ψηλό άντρα εγώ, κάτι παθαίνω. ‘Ευτυχώς’, σκέφτηκα, ‘οι τελευταίες μας εικόνες θα είναι ωραίες από τα Λονδίνα’. Ποιος Θανάσης…την παραγγελία κι όλο το υπόλοιπο service στο εστιατόριο μας το έκανε ο κοντός φαλακρός ξάδερφος του Ντάνυ Ντε Βίτο. Κι ερωτώ γιατί; Τι σου φταίξαμε σύμπαν; Σύμπαν ακούς;

Τα fish and chips μας φάγαμε – ε δεν ξετρελλαθήκαμε κιόλας – και τα αγγλικά μας εξασκήσαμε, και τις βόλτες μας κάναμε, τα κοπλιμέντα μας τα πήραμε, για πολλοστή φορά μας περάσαν για Ισπανίδες τουρίστριες, τις άπειρες φωτογραφίες μας βγάλαμε και μια χαρά περάσαμε. Και πήραμε το δρόμο της επιστροφή με τις καλύτερες αναμνήσεις. Μετά τη μικρή μας ταλαιπωρία στο αεροδρόμιο, με μια υπάλληλο που ήθελε να μας ξεφορτωθεί εμας τους Έλληνες γιατί λέει κάνουμε φασαρία, και που θεωρούσε πως το ηλεκτρονικό σύστημα θα δουλέψει για να τυπώσουμε μόνοι μας τις κάρτες επιβίβασης, ήρθε και μας βοήθησε έναν έναν χωριστά. Κι ήμασταν αρκετά άτομα στο γκρουπ. Έτσι, γιατί ήθελε να μας ξεφορτωθεί… Περάσαμε και τον έλεγχο, βγάζοντας παπούτσια και πατώντας σε όλη τη μπίχλα του αεροδρομίου – ξύπνησε ο παρθένος μέσα μου – και περιμένοντας υπομονετικά τον Ασιάτη μπροστινό μου να αδειάσει όλο το σακίδιό του, που ήταν γεμάτο καραμέλες και πατατάκια, μπισκότα και κράκερς – λες και στη χώρα του δεν είχαν τέτοια – και να το ξαναγεμίσει γιατί κάτι χτύπησε στα μηχανήματα και το θεώρησαν ύποπτο. Κάπου λίγο παρακάτω ξεράθηκα στα καθίσματα μιας πύλης, που ω του θαύματος ήταν η πύλη της αναχώρησής μας. Σε λίγες ώρες η παγωμένη Αθήνα θα μας υποδεχόταν και πάλι στην αγκαλιά της.

Όπως και στα προηγούμενα κείμενα με τις μικρές ιστορίες έτσι και σ’αυτό υπάρχει πάντα μια δόση χιουμοριστικής υπερβολής. Ευχαριστώ τους ήρωές μου, που πάντα θα αποτελούν αφορμή και πηγή έμπνευσης. Ως το επόμενο ταξίδι, ως τους επόμενους ήρωες της μικρής ιστορίας των διακοπών…

  • 62
    Shares

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.