Συνέντευξη με τον εικαστικό και συγγραφέα Βαγγέλη Παππά – Μιλώντας για τον “Αχμάκη” του.

Spread the love

Ένα απόγευμα καλοκαιριού πριν έξι χρόνια είχα την τύχη να γνωρίσω ένα σπουδαίο δάσκαλο ζωγραφικής στο εργαστήρι του, τον Βαγγέλη Παππά. Έμελε ο δάσκαλος αυτός να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για μένα, να με μάθει να πιστεύω στις ικανότητές μου και παρέα με τα χρώματα να ελευθερώσει το δημιουργικότερο κομμάτι της ψυχής μου. Είναι ο δάσκαλος εκείνος που μου μαθαίνει όσα στο σχολείο δεν κατάφεραν να χαραχτούν στη μνήμη μου. Σας προσκαλώ να τον γνωρίσετε κι εσείς από κοντά, καθώς μας μιλάει για το πρόσφατο βιβλίο του τον “Αχμάκη”, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εν Πλω.

Γιατί επέλεξες ένα μυθιστόρημα για τη ζωή του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ;

Διότι φαίνεται πως εδώ και πολύ καιρό, ένιωθα μια παράξενη ανάγκη να κάνω λόγο για την χαμένη μας ελληνικότητα, για αυτό που εννοούμε ως ταυτότητα, και την οποία μάλλον έχουμε πλέον απωλέσει, φέρνοντας μοιραία στη γενιά μας μια αφόρητη αμηχανία, κι έναν ακατανόητο φόβο. Η ελληνικότητα στις αρχές του 21ου αιώνα είναι και πάλι το ζητούμενο, αλλά δυστυχώς το αγνοούμε, και ο Θεόφιλος, ήταν ίσως η μόνη μορφή στη σύγχρονη ιστορία μας που κατάφερε να την αναστήσει με τρόπο απλό και αιώνιο. Συνέδεσε μοναδικά μέσα στην τέχνη του, ακόμα και μέσα στην ίδια του την ζωή, υπαρξιακά, όλη την εξέλιξη της παράδοσής μας, από τον μύθο και τον ήρωα του αρχαίου ιστορικού κόσμου, έως το Βυζάντιο και την νεότερη εποχή. Ο Μέγας Αλέξανδρος δηλαδή βρέθηκε ξαφνικά αγκαζέ με τον Ανδρούτσο και ο Ιάσωνας με τον Άγιο Γεώργιο!

Τι σημαίνει η λέξη “Αχμάκης” και γιατί την επέλεξες για να κυκλοφορήσει το έργο σου;

Η λέξη Αχμάκης είναι τούρκικης προέλευσης. Σημαίνει ο αφελής. Ο ηλίθιος. Και είναι αλήθεια πως, κάπως έτσι αποκαλούσαν τον Θεόφιλο στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Μυτιλήνη. Βέβαια αυτό το «παράσημο» το μετέφερε μαζί του διαρκώς, σε όλα τα ταξίδια του… Οι πάντες τον έλουζαν μ’ αυτό, ή με διάφορα άλλα χαρακτηριστικά επίθετα που δήλωναν την τρέλα του, ή την αδυναμία του να ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο. Τον έβλεπαν να φορά την φουστανέλα του, σε μια εποχή που κάτι τέτοιο ήταν απίθανο, και ξεσπούσαν στα γέλια. Αλλά αυτός, φορούσε σιωπηλά την φουστανέλα, όχι για κανέναν άλλον λόγο παρά μονάχα για να δηλώσει την έννοια του χαμένου συμβόλου! Ήθελε δηλαδή να υπενθυμίζει στους Έλληνες της εποχής του, που γοητεύονταν απ’ οτιδήποτε εφάμιλλο των ευρωπαϊκών, πως ο πλούτος της ελληνικότητας είναι συγκλονιστικός, πάντα ζωντανός, κι έτοιμος να γεννήσει νέες μορφές ιδεών. Διότι η ελληνικότητα δεν είναι κάποια ιδέα, ή μάλλον χειρότερα, μια εθνικιστική ιδέα, αλλά μια παγκόσμια μήτρα. Και για να γίνει αυτό γνωστό ταπεινώθηκε ο ένας, για να αφυπνιστούν οι πολλοί. Ταπεινώθηκε θα πει, πως αυτός δέχτηκε όλο το κράξιμο και τον εμπαιγμό, γνωρίζοντας βέβαια πως το απόσταγμα της ζωής του θα αφήσει κάποτε την γεύση της αληθινής εμπειρίας. Κι αυτό φυσικά συνέβη. Συνέβη ελάχιστα χρόνια μετά τον θάνατό του όταν δοξάστηκε στο Παρίσι και η τέχνη του χαρακτηρίστηκε μεγαλειώδης σ’ ολόκληρη τη Δύση.

Τι μηνύματα έχει να περάσει αυτό το μυθιστόρημα;

Νομίζω πως αυτό το βιβλίο είναι ένα εγχειρίδιο για την τέχνη της ζωής. Μπορεί να φαίνεται κάπως αλλοπρόσαλλο, αφού υποτίθεται πως είναι μια μυθιστορηματική βιογραφία, αλλά αν κάποιος το διαβάσει προσεκτικά από την αρχή έως το τέλος, θα καταλάβει πως μιλάμε για μια.. κλίμακα. Μια σκάλα, που με οδηγό τον Θεόφιλο, σχεδόν κρατώντας μας απ’ το χέρι, ανεβαίνουμε κι εμείς. Κι αυτή η σκάλα μας οδηγεί αργά αλλά σταθερά στην απάντηση ίσως των πιο καίριων υπαρξιακών μας προβλημάτων. Η τέχνη της ζωής είναι ο ορισμός της ευτυχίας. Δεν είναι κάτι που πρέπει, που επιβάλλεται σώνει και καλά, αλλά θα θέλαμε να είμαστε αποδεσμευμένοι κι ελεύθεροι, πρώτα και κύρια απ’ το βάρος του εαυτού μας ή μάλλον των «πολλών εαυτών μας». Κι αυτούς τους πολλούς εαυτούς, τις πολλές μάσκες που έχουμε αγοράσει κατά καιρούς για να στεκόμαστε κοινωνικώς, έρχεται ο Θεόφιλος και μας ζητάει με αφέλεια (αλλά τι αφέλεια; Σοφή αφέλεια…) να τις πετάξουμε μονομιάς! Μας εξηγεί πως δεν χρειαζόμαστε τίποτα περισσότερο από τον εαυτό μας, αυτόν τον ίδιο τον κουρασμένο ή αποτυχημένο, ή ονειρευόμενο, ή ευτυχισμένο (για λόγους που ίσως κανένας δεν δύναται ακόμα να αντιληφθεί…) εαυτό μας. Τούτο το δώρο της αιωνιότητας που διαγράφεται ως ανεπανάληπτη διαδρομή στον κόσμο των αισθήσεων και των ιδεών. Μια ζωή λιτή, δίχως περιττές ανάγκες, δίχως βλακώδεις έγνοιες, λιτή σαν την ζωή του πιο πανέμορφου άνθους μέσα στη φύση. Τότε μονάχα ο άνθρωπος μπορεί να φιλοσοφήσει, να αγαπήσει και να γίνει αληθινός καρπός στην κοινωνία του.

  “Έτσι κι η ζωή τ’ ανθρώπου. Άλλοτε σκύβει, γονατίζει απ’ το βάρος των λαθών του και όλα τα θωρεί από χάμω, ανάποδα κι απελπίζεται και λιγοψυχά, κι άλλοτε παίρνει κουράγιο και σηκώνεται, και θωρεί το κεντίδι της ζήσης του μέσα από τα μάτια του Θεού, του μεγάλου κεντητή που όλα τα κεντά με τη σοφία και την αγάπη Του.” Τι έχει να μάθει ο άνθρωπος από τα λάθη του; Πιστεύεις πως τα λάθη οδηγούν στην απελπισία ή μας γεμίζουν σοφία;

Όπως το αναφέρει και το απόσπασμα από τον Αχμάκη που μόλις αναφέρατε, το οποίο ειρήσθω ένα παρόδω το λέει, προσέξτε! η ψυχή του μεγάλου Αλεξάνδρου στον Θεόφιλο, τα πράγματα έχουν μάλλον δύο όψεις. Τι του λέει λοιπόν; Του εξηγεί πως πολλά πράγματα στη ζωή μας τα βλέπουμε συνήθως σαν να είμαστε κάτω από ένα κεντητό τραπεζομάντηλο, όπου στ’ αλήθεια, τι μπορούμε να δούμε από αυτή τη θέση; Τίποτα, δηλαδή μονάχα κάτι ξέφτια και κλωστές που κρέμονται, δίχως νόημα. Και ξεχνούμε πως στιγμήν πως αυτό το ίδιο το τραπεζομάντηλο αν το κοιτούσαμε από την πάνω μεριά, θα αντικρίζαμε ένα υπέροχο και συγκλονιστικό καλλιτεχνικό δημιούργημα. Έ, έτσι και η αντίληψή μας για την ζωή, και κυρίως για τα λάθη μας. Ή μάλλον η εντύπωση που έχουμε για τα λάθη μας. Διότι λάθος είναι οτιδήποτε δεν προσέξαμε καλά και κατά κάποιο τρόπο αστοχήσαμε. Αστοχώ στ’ αρχαία ελληνικά σημαίνει: αμαρτάνω. Τι είναι αμαρτία λοιπόν; Η λάθος εκτίμηση. Η παρέκκλιση από τον στόχο. Για να υπάρχει λοιπόν παρέκκλιση αυτό σημαίνει πως είχες και κάποιο στόχο. Άρα, σημασία έχει να μην κολλάμε στην αμαρτία, να μην κοιτάμε απογοητευμένοι το σοφό κέντημα από κάτω, από κει που φαντάζει ακατανόητο, σαν να είμαστε κουλουριασμένοι κάτω απ’ ένα γυάλινο τραπέζι και να βυθιζόμαστε αενάως στην κατάθλιψη, αλλά να σηκωνόμαστε δυναμικά, θαρρετά, και να απολαμβάνουμε την θέα και το Θεϊκό σχέδιο της αγάπης στη ζωή μας από πάνω, από κει που όλα εξηγούνται, κι όλα μας οδηγούν στο συμπέρασμα πως τα λάθη μας είναι οι αχαρτογράφητοι δρόμοι της σωτηρίας μας.

 Ο Θεόφιλος υπήρξε θεματοφύλακας του πολιτισμού μας. Παρακολουθώντας από κοντά το έργο σου, τόσο το συγγραφικό και κυρίως το εικαστικό, θα τολμούσα να πω πως είσαι κι εσύ ένας σύγχρονος θεματοφύλακας των τεχνών μας, του πολιτισμού μας. Στις δύσκολες μέρες που βιώνει η χώρα μας ηθικά, ιστορικά και πολιτισμικά, πώς μπορούμε να διαφυλάξουμε την ταυτότητά μας;

Μελετώντας! Δεν έχω άλλη απάντηση, δυστυχώς. Και δίνω βέβαια αυτή που θα απογοητεύσει τους περισσότερους, το ξέρω… αλλά μονάχα μελετώντας! Πρέπει ν’ ανοίξουμε τα βιβλία μας, κι όχι ό,τι να ‘ναι, όχι τα εύκολα, τις σαχλαμάρες που διαβάζονται μέσα σε μια μέρα απνευστί, διότι κάπως έτσι είναι σαν να παραδεχόμαστε τι είδους θλιβερές αντιστοιχίες ταιριάζουν με το μυαλό μας. Όχι, δεν είμαστε νήπια. Είμαστε ενήλικες. Είμαστε σημαντικοί, άρα χρειαζόμαστε οπωσδήποτε σημαντική τροφή για το μυαλό μας. Ο Έλληνας πρέπει να κάνει στις μέρες μας μια μοιραία επανάσταση, μια προσωπική επανάσταση, πετώντας στον κάλαθο των αχρήστων όλες αυτές τις δηλητηριώδεις φωνές που τον αποδυνάμωσαν τα τελευταία πενήντα περίπου χρόνια και τον απογύμνωσαν από την σπουδαία ελληνική του παιδεία. Ναι, πρέπει ν’ ανοιχτούν τα βιβλία, διότι είναι η τελευταία σωτήρια στροφή πριν το βάραθρο, αλλά ποια βιβλία; Ποια είναι αυτά τα βιβλία που διδάσκουν ελληνικότητα; Θέλετε να σας πω μερικά; Ωραία! Πλάτωνας, για παράδειγμα… (ποιος Έλληνας, στ’ αλήθεια, διαβάζει σήμερα Πλάτωνα;) Αριστοτέλη, Θουκυδίδη, Διογένη Λαέρτιο, Όμηρο, την Βίβλο, Μέγα Βασίλειο, Γρηγόριο Νύσσης, Χρυσόστομο και Μάξιμο τον Ομολογητή, Μακρυγιάννη, την συναρπαστική υμνογραφία της Εκκλησίας μας, Κόντογλου, Ελύτη, Καραγάτση, Θεοτοκά, Σεφέρη, Καζαντζάκη… και δεν τελειώνεις ποτέ. Με λίγα λόγια να γίνουμε μέτοχοι ενός μακραίωνου πολιτισμού που έθρεψε κυριολεκτικά την δύση και την ανατολή, που δεν έχει σύνορα εδαφικά, αλλά είναι μια μεγάλη αγκαλιά στον κόσμο. Ένας πολιτισμός που αρνείται την μισαλλοδοξία και δέχεται την διαφορετικότητα ως αναγκαίο συστατικό της ύπαρξης του ουμανιστικού του περιεχομένου. Κι όλα αυτά, εμείς, αυτή η μοιραία γενιά, θα τα πετάξουμε στα σκουπίδια της αγνωσίας μας, εν ονόματι μιας εγκληματικής αδιαφορίας;

Τον Ιούνιο του 1961 το έργο του Θεόφιλου δοξάστηκε μες στις αίουσες του Λούβρου. Δεν κατάφερε να ζήσει τόσο πολύ ώστε να δει τις ζωγραφιές του ν’ αναγνωρίζονται. Στην Ελλάδα ο σκανδαλισμός του φουστανελά δεν ξεπεράστηκε ποτέ κι ούτε καθώς φαίνεται θα ξεπεραστεί. Η χώρα μας έχει παράδοση στο να “διώχνει” τα παιδιά της μακριά και να μεγαλουργούν στο εξωτερικό; Πόσο αποκαρδιωτικό  είναι αυτό για έναν καλλιτέχνη;

Είναι αβάσταχτο. Αλλά είναι και μοιραίο. Διότι σαν γεννιέσαι σ’ αυτή την χώρα, ή επιλέγεις μονομιάς να φύγεις παντοτινά για να δοξαστείς, ή μένεις και δίνεις έναν άλλον αγώνα, πιο σκληρό κι απάνθρωπο. Δίνεις τον αγώνα ν’ αποδείξεις στους συμπατριώτες σου πως μπορεί να υπάρξει κάτι πάνω απ’ την επιβεβλημένη μετριότητα. Διότι εδώ στην Ελλάδα δεν συγχωρείται με τίποτα η επιτυχία. Δεν συγχωρείται η ικανότητα. Η νίκη. Είμαστε παράξενη ράτσα, αλλά θεωρώ πως κι αυτό είναι δείγμα της παιδείας μας. Της ανατροφής μας. Εξάλλου ο Θεόφιλος δεν δοξάστηκε ποτέ όσο ζούσε. Όχι ότι το επεδίωκε κιόλας, μην πάει ο νους σας εκεί, αλλά τουλάχιστον δεν έζησε την έστω αναμενόμενη επιδοκιμασία που θα φαντάζονταν κανείς. Ενώ η Ελλάδα συνέχιζε να τον ποδοπατά, η Δύση μέσω του Ματίς και του Λε Κορμπυζιέ τον αποθέωνε. Ναι, είναι στ’ αλήθεια αβάσταχτο να αντικρίζεις μια χώρα που της αρέσει να συμβιβάζεται στη μετριότητα, διότι λέει… «τι είμαστε πια εμείς; Ας συνέλθουμε επιτέλους λίγο! Μια κουκίδα στο χάρτη είμαστε!» Μια μικρή χώρα! Πόσες φορές το έχουν ακούσει αυτό τ’ αυτιά μας; Άρα αν είμαστε μια μικρή χώρα, ανίκανη να έχει μεγάλα οράματα, είναι κι ανίκανη να γεννήσει και μεγάλες προσωπικότητες! Να ποια είναι η στρατηγική της νέας ελληνικής σκέψης! Για αυτό και οι νέοι μας εγκαταλείπουν πανικόβλητοι την Ελλάδα. Διότι νιώθουν πως κρύβουν μέσα τους κάτι το σπουδαίο, που εδώ σίγουρα κάποιοι θα το διαγράψουν ασυζητητί με το ψυχρό χαμόγελο της ανίκητης και υπεροπτικής βλακείας, δεδομένου ότι, όπως είπαμε… «ας σοβαρευτούμε! Μια μικρή χώρα είμαστε πια! Τι χρειάζονται εδώ οι μεγάλες ιδέες;»

Πώς σχολιάζεις τη σημερινή πραγματικότητα;

Μουδιασμένη. Αλλά πάντα θέλω να πιστεύω πως κάποτε θα συμβεί εκείνη η έκπληξη. Διότι και ιστορικά να το πάρεις, αυτός ο λαός πάντοτε προκαλούσε παράδοξες εκπλήξεις. Από κει που δεν το περίμενες, ξάφνου ανασταίνονταν και άλλαζε το ριζικό του. Αναμένω λοιπόν καρτερικά μια αναγέννηση.

Τι σε κεντρίζει περισσότερο, η συγγραφή ή η ζωγραφική;

Δεν στέκομαι σε τέτοια κουτάκια σκέψης. Η ζωγραφική είναι το παν για μένα, αλλά η συγγραφή είναι ένας ακόμα τρόπος, ή άλλη γλώσσα να θέλετε, για να εκφραστώ.

Η χρονιά που πέρασε ήταν γεμάτη εικαστικά δρώμενα, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο για σένα. Μίλησε μας γι’αυτό.

Η αλήθεια είναι πως ζήσαμε πολλά σ’ αυτή την περίοδο, και προσωπικά, αλλά και μαζί με την ARTe, κυρίως μέσα από την σπουδαία έκθεση των Αγνοουμένων, σε Ελλάδα και Κύπρο. Παράλληλα μέσα από πολλές εκθέσεις, εκδόθηκε και ο Αχμάκης, πράγμα που έφερε στην επιφάνεια μια εργασία, έναν κόπο, περίπου τεσσάρων ετών. Είμαι ευγνώμων.

Τι αποτελεί πηγή έμπνευσης για σένα;

Κατά διαστήματα πολλά πράγματα. Γενικά η παρατήρηση είναι μια αρχή που δεν την κυνηγάω αλλά μάλλον έχει ενσωματωθεί υπαρξιακά. Αυτό όμως που με έλκει να δημιουργήσω είναι η σαφήνεια. Όσο το δυνατόν περισσότερο η σαφήνεια των πραγμάτων. Θεωρώ πως η εποχή μας αυτό χρειάζεται πια. Απογυμνωμένες εικόνες, που θα ‘χουν πετάξει για πάντα από πάνω τους τις φιοριτούρες του ψεύδους και της παραπλάνησης. Δηλαδή το εφέ της ματαιότητας.

“Ζωγραφίζω για να ζήσω. Να μην τα τινάξει η ψυχούλα μ…” Εσύ γιατί ζωγραφίζεις;

Ακριβώς για αυτόν τον λόγο. Για να μην τα τινάξει η ψυχή μου… Εξάλλου ο Θεόφιλος, γράφοντας αυτό το βιβλίο, μ’ έμαθε να αποζητώ την βαθύτερη ουσία, το γιατί δηλαδή ζωγραφίζουμε, το γιατί εκφραζόμαστε ευρύτερα μέσω της τέχνης. Ο λόγος είναι απλός: Για να υπάρχουμε! Μπορείτε να το διανοηθείτε αυτό, όσο απλό κι αν ακούγεται; Για να υπάρχουμε. Που σημαίνει πώς αν δεν εκπληρώσεις τον βαθύτερο ρυθμό της ύπαρξής σου, αν θέλετε ακόμα, τον άγνωστο σκοπό της ζωής σου, τότε η ύπαρξη νιώθει ανολοκλήρωτη και ατονεί. Ακριβώς εκεί, στην ατονία δηλαδή, θα βρείτε κι όλες τις ασθένειες του σώματος, τα διαρκή προβλήματα και την σύγχρονη απελπισία. Είναι η στιγμή που τα τινάζει η ψυχούλα μας! Είναι η μοιραία ώρα που αναρωτιέσαι γιατί άραγε ζεις. Δεν ζεις, δεν ζούμε σήμερα, διότι κατά κάποιον τρόπο απαρνηθήκαμε τον εαυτό μας. Την καρδιά μας… Να, κάπως έτσι ξεκινάει και το βιβλίο του Αχμάκη. Με έναν λόγο για την Καρδιά, που θα πει τον χαμένο μας παράδεισο, που σαν πρωτόπλαστοι δώσαμε ένα σάλτο και τον παρατήσαμε. Τέτοιος κι ο κόσμος σήμερα, δυστυχώς. Μου φαίνεται πως και η σημερινή ανθρωπότητα έδωσε ένα σάλτο κι εγκατέλειψε τον παράδεισό της…

Τι προτρέπεις του σπουδαστές του εργαστηρίου σου, όταν σου εμπιστεύονται τα όνειρά τους για την τέχνη;

Δύο πράγματα. Και τα δυό δύσκολα και δύσβατα. Πρώτον να εργάζονται και να παρατηρούν. Και το δεύτερο να σπουδάσουν στα νάματα της ελληνικότητάς τους. Διότι κακά τα ψέματα, το να είσαι Έλληνας δεν είναι μια αλά καρτ επιλογή. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει πως σαφέστατα οποιοσδήποτε μπορεί να δηλώνει ό,τι θέλει, και να κάνει ό,τι νομίζει, αλλά στην πραγματικότητα Έλληνας είναι αυτός που κατέχει την ουσία της ταυτότητάς του. Κι εννοώ πολιτισμικά. Σήμερα, λοιπόν, χρειαζόμαστε καλλιτέχνες με τέτοια ταυτότητα, ώστε να μπορούν να αναδιατυπώσουν μια νέα οικουμενική πρόταση. Διότι ούτε μικρή χώρα είμαστε, ούτε μικρές προσωπικότητες διαθέτουμε. Είμαστε απόγονοι ενός συγκλονιστικού πολιτισμού κι οφείλουμε να γίνουμε σπουδαστές του. Να δημιουργήσουμε μια νέα εποχή που οι καλλιτέχνες της θα έχουν να καταθέσουν στην παγκόσμια σκηνή μια φόρμα, μια εναλλακτική τέχνη, και να μην είναι υποχρεωμένοι να γίνονται φτηνοί μεταπράτες και αντιγραφείς οποιασδήποτε παγκοσμιοποιημένης συνταγής.

Η τέχνη είναι ένα μοναχικό μονοπάτι, δύσβατο ή μια γιορτή δημιουργίας;

Η τέχνη είναι θεϊκή διεργασία. «Ἐγὼ εἶπα θεοί ἐστε…» Τον λόγο αυτό τον είχε πει κάποτε ο Χριστός. Είστε Θεοί! Τι σημαίνει αυτό; Πως σαν άνθρωποι ξεκινάμε πάντα από κάπου, από μια αρχή. Από ένα σημείο. Πάντα θα υπάρχει αυτό το σημείο για την ζωή του καθενός. Μπορεί να είναι το σημείο μιας πτώσης μας, μιας αποτυχίας, μιας αφόρητης πληγής, μια ανίατη ασθένεια ίσως, κάτι τέλος πάντων… ένας Γολγοθάς, ή ένας λάκκος λεόντων που τα θηρία δεν μας έχουν κατασπαράξει ακόμα. Αλλά ποιος είναι ο στόχος μας; Κοιτάμε πάντοτε προς τα κάπου. Οφείλουμε να κοιτάμε! Κοιτάμε συνήθως προς τα πάνω… Εξάλλου αυτό μας θυμίζει τον λόγο για τον οποίον  ονομαστήκαμε Άνθρωποι. «Άνω θρώσκω» που θα πει: Κοιτάω ψηλά! Κοιτούμε λοιπόν ψηλά και ξεκινάμε. Η διαδρομή μας είναι προς την Θέωση. Προς την ευτυχία δηλαδή, την απόλυτη χαρά. Και πως το πετυχαίνουμε αυτό; Με τα υλικά, με τα χαρίσματα που διαθέτουμε από την φύση μας. Εγώ έχω τα πινέλα, το στυλό.. Εσύ; Τι έχεις εσύ για να στήσεις τον δικό σου παράδεισο; Να, έτσι κάπως τα σκέφτομαι τα πράγματα… Μπορεί βέβαια κάποιοι να πουν ότι τα σκέφτομαι αφελώς, σαν τον Αχμάκη, αλλά χαλάλι τους… Με τιμούν με αυτά τους τα λόγια.

Τα σχέδιά σου για τη νέα χρόνια.

Να είμαι υγιής! Τίποτα άλλο. Ευχαριστώ θερμά.

  • 87
    Shares

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.