Μικρές ιστορίες παραλίας vol.3 – Χαρά Μαρκατζίνου

Spread the love

Να’μαι πάλι εδώ! Με νωπές τις αναμνήσεις των θερινών διακοπών και μιας και το αναγνωστικό μου κοινό τις ζητά επιμόνως – αυτό μου θυμίζει εκείνους που σε καλούν σε διάφορες εκδηλώσεις και σου λένε ενημέρωσέ με γιατί είναι περιορισμένες οι θέσεις και πας και είσαστε αραία αραία να φενόμαστε καμιά σαρανταρέα – ορίστε και το τρίτο sequel των μικρών ιστοριών παραλίας.

Αυτή τη φορά θα ταξιδέψουμε στην υπέροχη Κρήτη και τα μαγευτικά Χανιά της. Και προτού ξεκινήσω την αφήγηση, έχω να σας εξομολογηθώ πως σε κάποια προηγούμενη ζωή μου μάλλον υπήρξα Κρητικοπούλα γιατί κάθε που πατώ το πόδι μου σ’αυτά τα χώματα νιώθω σαν να έχω ξαναζήσει εκεί, νιώθω σαν να είμαι μέρος αυτού του πανέμορφου νησιού… Το άλλο που έχω να σας εξομολογηθώ είναι πως φέτος οι διακοπές μας ήταν αναίμακτες, ευτυχώς δε γνωρίσαμε κανένα νοσοκομείο και κανένα κέντρο υγείας από κοντά, παρά το γκρεμοτσάκισμα στο ίσιωμα που έπαθα ένα βράδυ. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή…

Μιας και τιμάμε τον εαυτό μας και την αθάνατη ελληνική παράδοση που λέει ότι όταν πας διακοπές χρειάζεται να κουβαλήσεις την Άρτα και τα Γιάννενα, φορτώσαμε το ωραίο μας αυτοκινητάκι με ό,τι μπορείς να φανταστείς, απαραίτητο πάντα για τις διακοπές και ξεκινήσαμε για το λιμάνι του Πειραιά. Όλως παραδόξως ο κόσμος στο καράβι δεν ήταν πολύς, δεν ήταν αυτό το περνάω πάνω από πτώματα μέχρι να φτάσω στο μπαρ του πλοίου ή πάρτε λίγο πιο εκεί να πράγματά σας να χωρέσουμε κι εμείς. Έτσι, λοιπόν, το Ολγάκι έχει διαλέξει καναπεδάκι σένιο στο ένα από τα πολλά σαλόνια του πλοίου και απλώνουμε την πραμάτια μας για να είμαστε άνετα. Βιβλία, νερά, φορτιστές, το αδιάβροχο uno και ξεκινάμε. Άντε και καλό μας ταξίδι.

Το ότι δεν είμαι θαλασσόλυκος είναι γνωστό τοις πάσοι, ωστόσο, μιας και δεν είχε αεράκι και αφού είχα ξυπνήσει από νωρίς το πρωί, μετά από ανάγνωση λίγων σελίδων βιβλίου, είπα να απλωθώ στο καναπεδάκι λίγο πιο πολύ, έτσι λίγο να ισιώσω. Πάνω που κάνουμε τις πρώτες αναγνωριστικές συστάσεις με τον Μορφέα, έρχεται το γκαρσόνι του πλοίου, ένας καθόλα συμπαθητικός και ψηλός παληκάρης – ναι κύριε Μπαμπινιώτη μου, παληκάρης – και ευγενικά μου λέει ‘Ξέρετε δεν επιτρέπεται να ξαπλώνετε στους καναπέδες, γιατί παραπονιούνται οι άλλοι επιβάτες.’ Κρίμα, και σε συμπάθησα βρε πουλάκι μου, καθότι έχω και αδυναμία στους ψηλούς τρομάρα μου. Τι να κάνω κι εγώ, ξανακάθομαι στη θέση μου, ξανανοίγω το βιβλίο μου, διαβάζω δέκα δεκαπέντε σελίδες αλλά να’σου τον ο Μορφέας μου ξανακλείνει το μάτι ανάμεσα στις λέξεις του βιβλίου. Κοιτάω δεξιά-αριστερά, βλέπω οριζοντιωμένους σε όλους τους καναπέδες, ε και λέω θα το ξανατολμήσω. Αυτή τη φορά βολεύτηκα καλύτερα,αααχ κι εκεί που πάει να τρέξει το σαλάκι γιατί αρχίζει και σε παίρνει για τα καλά ο ύπνος, κυρία εν εξάλλω και με τσιριχτότατη φωνή γκαρίζει ‘Ξυπνήστε τους όλους, τώρα!!!!’. ‘Όχι ρε φίλε, λέω, δεν είναι γραφτό μας να κοιμηθούμε σήμερα.’ Η κυρία με ύφος του τρελλού χωρίς χάπια για τουλάχιστον τρεις μέρες και με φωνή γκεσταπίτισας τύπου ‘φουρνίστε τους τώρα όλους’ εξακολουθεί τις φωνές και προσπαθεί να δικαιολογηθεί. Ευτυχώς τη μαζεύει ο φίλος της μετά από λίγο και ησυχάζει όλο το σαλόνι μέχρι να ρίξουμε το μεσημεριανό μας ύπνο. Στην απογευματινή μου βόλτα στο κατάστρωμα την είδα να περιφέρεται πιο ήρεμη αυτή τη φορά, ευτυχώς γιατί άλλη ταραχή δε θα την άντεχα!

Το πρώτο ηλιοβασίλεμα είναι γεγονός και το παρακολουθούμε μυρίζωντας τις μυρωδιές της Κρήτης και το απαλό αεράκι ανακατεύει ανάλαφρα τα μαλλιά δίνοντας μια αίσθηση ελευθερίας και υπόσχεσης για της μέρες που θα ακολουθήσουν.

Ως γνωστή happy traveller, αν έρθετε μαζί μου να ξέρετε ότι θα δούμε όλα τα αξιοθέατα, όλες τις παραλίες κι όλα τα ηλιοβασιλέματα στα πιο απόκρυμνα μέρη του τόπου που επισκεπτόμαστε, έχω φτιάξει πρόγραμμα για τις παραλίες που θα επισκεφθούμε και τα μέρη που θα συναντήσουμε. Η Όλγα ακολουθεί  με λίγο πιο συγκρατημένο ενθουσιασμό και με μια μόνιμη φουσκίτσα σκέψης πάνω από το κεφάλι της ‘που με πάει πάλι η μάνα μου’. Συνήθως στις διαδρομές που έχουν στροφές η Όλγα κοιμάται κι έτσι εγώ για να έχω παρέα ακούω ό,τιδήποτε υπάρχει στο mp3 μου σε live, ακόμα και πανηγυρτζίδικα γιατί κάπως πρέπει να ωγει η διαδρομή. Από σταθμούς πιάσαμε ένα κρατικό πρόγραμμα μια φορά, αφιέρωμα λέει στον Γιάννη Σπανό με καλεσμένους την Ελένη Δήμου, το Μανώλη Μητσιά, τον Κώστα Κάραλη και την Αρλέτα. Πάναγία μου, παναγία μου…έλα παιδιά οι ζωντανοί με τους ζωντανούς. Δε μπορώ να σου πω ότι δεν αγριεύτηκα κιόλας. Οπότε πανηγυρτζίδικα, πανηγυρτζίδικα. Γιατί παιδιά, καλή η τέχνη, αλλά όταν οδηγείς καλή είναι και λίγη ντέκα.

Ελαφονήσι, γαλαζοπράσινα νερά, τεράστια παραλία, ήλιος να καίει και πλατσούρισμα φωτογραφικό κοντά στη ροζ άμμο. Ταμπέλες παντού να γράφουν ότι απαγορεύεται η αμμοληψία, την οποία τις δυο τρεις πρώτες φορές που διάβασα την ταμπέλα έβλεπα αιμοληψία κι αναρωτήθηκα μα καλά αιμοληψία στην παραλία;;; hellooooo οι ξανθιές μου οι αντάυγειες… Φωτογραφίες φουλ, το υπέροχο ροζ της άμμου με τις ηλιαχτίδες του ήλιου μαγικό. Κι εκεί που απαθανατίζω την πανδαισία των χρωμάτων να και δυο κοπέλες να κάνουν αμμοληψία σ’ένα μπουκάλι. Ευγενέστατη – έχω πάρει από το θείο Ζαμπούνη βλέπεις – κι αφού τις παρακολουθήσω για λίγη ώρα να δω αν είναι εγχώριες ή αλλοδαπές, βγάζω και τη βρετανική προφορά μου, εκείνη που έχω κληρονομήσει από το Βετάκι, straight from Buckingham, και τους λέω ‘Excuse me, it is forbidden to collect sand from the beach. There are signs explaining same all over the beach.” «Με συγχωρείτε, απαγορεύεται η αμμοληψία στην παραλία. Υπάρχουν ταμπέλες που το εξηγούν σε όλη την παραλία». Γυρνάει, λοιπόν, η μία εκ των δύο τουριστριών μου ζητάει συγγνώμη και βγάζει την άμμο από το μπουκαλάκι που την είχε μαζέψει. Ευτυχώς έπεσα σε αλλοδαπές, γιατί αν ήταν καμία ή κανένας δικόςμας…ακόμα εκεί θα ήμασταν και θα μαλλιοτραβιόμασταν με φράσεις τύπου ‘κάνε τη δουλειά σου’ και τα συναφή. Περιχαρής, λοιπόν, που και το οικολογικό μου καθήκον έπραξα, γυρίζω πίσω στις ξαπλώστρες μας και για πολλοστή φορά ζητώ από την Όλγα να βγάλουμε φωτογραφίες. Μεταξύ μας, ένα από τα πράγματα που θα λέει άυριο στον life coach της θα είναι ότι η μάνα της την έτρεχε στα κατσάβραχα και τη ζάλιζε να βγάζουν φωτογραφίες. Ολγάκι αυτή η συνεδρία κερασμένη από εμένα. Δηλαδή, τι, μια φωτό με την πρόσφατα αποκτηθείσα καρπουζοκουλούρα δε θα έχουμε; Δεν γίνεται. Παίρνω γυαλί ηλίου και την κουλούρα κι ετοιμάζομαι να πάρω πόζα στα ρηχά για τη λήψη της φωτογραφίας. Η σκηνοθετική μου άποψη θέλει το μαλλί μοιραίο και στεγνό. Το σύμπαν, όμως, έχει τη δική του ξεκάθαρη άποψη που λέει και θα βραχείς και θα γελάσεις – όπως και όλοι οι παρευρισκόμενοι – και μετά θα βγάλεις φωτό. Κουλούρα-Χαρά σημειώσατε 5-0. Μαζί με το γλίστριμα του κορμιού στην κουλούρα γλίστρησα ολόκληρη στο νερό. Ποια γυαλιά ηλίου, πιο στεγνό μαλλί, όλα μούσκεμα. Και το αστειότερο από όλα: η Όλγα έχει απαθανατίσει όλο το σκηνικό…κάνε παιδιά σου λέει ο άλλος μετά, να τραβούν φωτό να σε κάνουν ρεζίλι. Όσο το θυμάμαι ακόμα γελάω και θα γελάνε και οι άλλοι λουόμενοι ακόμα.

Επόμενος σταθμός Κεδρόδασος. Παιδιά, υπέροχη απόκρυμνη παραλία και το δάσος με τους κέδρους να δημιουργεί ένα μοναδικό σκηνικό. Απόκρυμνη παραλία που προσφέρεται και για κάμπινγκ, για όσους πιστούς τους αρέσει. Και καθότι απόκρυμνη, έχει και τις kinder εκπλήξεις της, δηλαδή τους γυμνιστές της. Πολιτισμικό σοκ επαθε η Όλγα όταν γύρισε ανέμελα το κεφάλι της στην παραλία κι είδε ένα κύριο πολλών Μαίων κι άλλων τόσων καλοκαιριών να κολυμπάει με αδαμιαία περιβολή – καλέ πώς τα λέω έτσι ποιητικά…

Μπάλος. Εδώ η εικόνα μιλάει από μόνη της, τα χρώματα παίζουν απλόχερα σ’αυτό το δώρο της φύσης με τα γαλάζια νερά και τη λευκή άμμο. Για να ζήσεις αυτή τη μαγεία, όμως, ή θα πας με καραβάκι, το οποίο αποκλείει η μαμά θαλασσόλυκος ή θα πας με αυτοκίνητο και ποδαράτο. Η Όλγα έχει ενημερωθεί και στο δικό μου παροξυσμό ενθουσιασμού προσπαθεί να ακολουθήσει. 52 λεπτά η κατάβαση και μια τουμπίτσα δική μου σ’ενα σκαλοπατάκι λόγω χαλικιών. Κι από πίσω μου ένας ξενέρωτος Γάλλος που δυσανασχέτησε γιατί του χάλασα το ρυθμό της καθόδου. Χάθηκε ένας ψηλός, καστανός, δίμετρος με πράσινα μάτια να μου προσφέρει ένα χέρι βοηθείας; Πείτε μου σας παρακαλώ. Πλατσούρισμα, φωτογραφίες, παγωτό – γιατί η κατάβαση ήθελε το μικρό της έπαθλο – και επιστροφή ή αλλιώς η ανάβαση σε μία ώρα και 12 λεπτά. Δε θα σου πω πόσες φορές σταμάτησα στην ανηφόρα. Αλλά χαλάλι, τέτοιες εικόνες που γέμισε η ψυχή. Και στα μισά της ανάβασης στο αυτοκίνητο, μία κοπέλα με έντονα κινητικά προβλήματα, που την κρατούσαν δεξιά κι αριστερά οι φίλοι της σου δίνει την απάντηση. Πως μπροστά στη θέληση δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο…

Επόμενη μέρα νεροτσουλήθρες!!!!!! Προτού μου πάρει το παιδί η πρόνοια γιατί από κατσάβραχο σε κατσάβραχο το πήγαινα, την πήγα στις νεροτσουλήθρες. Ξέρετε, κλειστές, ανοιχτές, χρωματιστές που μπαίνεις μέσα κάνεις το σταυρό σου και βγαίνεις μετά από λίγο με κομμένη την ανάσα. Αυτές, λοιπόν. Η χαρά του παιδιού! Η Όλγα τις έχει δοκιμάσει όλες κι έρχεται μετά από λίγο να με καλέσει να τις δοκιμάσω κι εγώ. Θες παιδί μου να γελάσει κάθε πικραμένος; Όσοι δε γέλασαν μαζί μου στα προηγούμενα μέρη, να γελάσουν εδώ; Τι να κάνω η δόλια η μάνα, θυσιάστηκα για το παιδί μου. Μπαίνουμε σε κάτι τσουλήθρες που είχαν τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Δίπλα δίπλα. Και κάνω το λάθος να κλείσω τα μάτια μου. Δεν ήξερα από πού μου ερχόταν το νερό, πότε τελειώνει αυτή η τσουλήθρα, ώσπου έφτασα στην πισίνα, με τη φόρα που είχα έφυγε και το μισό μαγιώ…παράπονο δεν έχω πάλι θέαμα έγινα. Και δεν σταμάτησα εδώ. Ακολουθώ την Όλγα σε άλλη τσουλήθρα που μπαίνεις με διπλό φουσκωτό. Πάμε, μας λέει ο υπάλληλος ο πιο βαρύς να κάτσει μπροστά… ‘Γιατί πουλάκι μου, γιατί τέτοιος ρατσισμός…ο πιο βαρύς να κάτσει μπροστά;’ Τι να κάνω, έκατσα μπροστά κι έβλεπα το νερό να έρχεται κατά πάνω μου. Το τι τσιρίδα έριξα δε λέγεται. Αλλά το κινηματογράφησα κιόλας!!! Για μενα όμως το ωραιότερο feature στις νεροτσουλήθρες ήταν ένα ποταμάκι που έμπαινες με την κουλούρα σου, σε παρέσενε το απαλό ρευματάκι και ρεύμαζες κάτω από τον ήλιο. Αυτά είναι παιδιά για εμας που δεν έχουμε και τόση περιπέτεια στο αίμα μας. Ήσυχα, χαλαρά, μπήκα και ξαναβγήκα τουλάχιστον καμιά δεκαριά φορές!

Και κάπου εκεί στα μέσα των διακοπών, ένα βράδυ που βρεχεεεε… ε όχι αυτό είναι από τραγούδι. Ένα βράδυ που περπατούσα ανέμελα χαζεύοντας γύρω μου, να’σου κι εμφανίζεται μπροστά μου εντελώς ξαφνικά ένα κολωνάκι σταθμευσής από αυτά τα πορτοκαλί με τις ασημί λεπτομέρειες και πάρτην κάτω τη Χαρούλα με όλο της το βάρος στο δεξί της γόνατο. Κουτσάθηκα παιδιά στην κυριολεξία, μέχρι να συνέλθω είδα κι έπαθα. Ούτε εδώ εμφανίστηκε ο ψηλός, καστανός, δίμετρος με τα πράσινα μάτια για εκείνο το χέρι βοηθείας που λέγαμε. Τις επόμενες μέρες περπατούσα όλο χάρη, σηκωνόμουν από την ξαπλώστρα με μίνι γερανό και το ποδαράκι μου υπέφερε. Πώς μας ματιάζουν βρε παιδί μου εμάς τα κουκλάκια τα ζωγραφιστά ποτέ δεν το κατάλαβα. Το ευτυχές είναι ότι δεν έκανα ζημιά στο πόδι μου, παρά το γερό χτύπημα, σύμφωνα με τον ορθοπεδικό που επισκέφτηκα όταν γύρισα κι επειδή όπως είπαμε είμαι happy traveller, δεν πτοήθηκα στο ελάχιστο και συνέχισα τις διακοπές μου και στα υπόλοιπα όμορφα μέρη που επισκεφθήκαμε. Μέχρι και θαλάσσιο ποδήλατο έκανα.

Η πρώτη μας επίσκεψη στην Παλαιόχωρα μας μάγεψε με τα γραφικά δρομάκια και τις δικές της παραλίες. Εξαιρετικόν και το Λιβυκό πέλαγος. Σε μία παραλία που ονομαζόταν Γυαλισκάρι κι ήταν τίγκα στην πέτρα, την πετρούλα και την κοτρώνα είχε ένα πανώ που έγραφε Sandy Beach. Θα το’χανε ξεχάσει ή θα το κρέμασαν κατά λάθος σ’αυτή την παραλία. Εδώ παιδιά η θάλασσα ήταν υπέροχη κι οι πέτρες τις τόσο όμορφες και μεγάλες για ζωγραφική. Στο εργαστήρι μου με τα χρώματα περιμένουν τρεις για να τις φιλοτεχνήσω. Επόμενη στάση ο Ψηλός Βόλακας, μ΄ένα βράχο για βουτιές άλλο πράγμα. Οι τραυματίες, όμως, τον θαύμασαν από μακριά και φωτογραφικά. Και για ανταμοιβή τηγανιτές πατατούλες κομμένες στο χέρι και ψημένες σε πετρογκαζ, φάβα και κρητικός ντάκος και μεζεδάκι από χοχλιούς μπουμπουριστούς. Ακόμα αναπολώ αυτό το γεύμα μας…κι όλες τις γεύσεις που δοκιμάσαμε στην όμορφη Κρήτη!

Ηράκλειο – Κνωσσός – Μάταλα: Αγαπάμε την ιστορία μας – αν και στο σχολείο είμαστε αλλεργικοί στο συγκεκριμένο μάθημα – αγαπάμε τον πολιτισμό μας που στέκει περήφανος εδώ και τόσες χιλιάδες χρόνια. Το παλάτι της Κνωσσού μία μαγεία, οι αίθουσες, τα ψηφιδωτά, τα σκεύη, τα κοσμήματα, τα αγάλματα που διασώζονται στο μουσείο. Δεος και σεβασμός!

Και μετά η παραλία στα Μάταλα…εκεί που άλλοτε ζούσαν τα παιδιά των λουλουδιών. Σε γοητεύουν τα γκράφιτι, σε ενθουσιάζουν οι σπηλιές κι ο αέρας ταξιδεύει μελωδίες από εκείνη την εποχή, ακούς χαρούμενες φωνές νέων να ζουν τη δική τους εκδοχή της ελευθερίας. Και στις σπηλιές ανεβήκαμε παρά το γκεμοτσακισμένο γόνατο και την ηλιοθεραπεία μας κάναμε στις όμορφες ξαπλώστρες μας και το δρόμο του γυρισμού στα Χανιά πήραμε, μέσα από κάτι βουνά που ανεβοκατεβήκαμε, κάτι προβατάκια που συναντήσαμε στο δρόμο, κι ένα από τα πιο ωραία ηλιοβασιλέματα που ορθονόταν μπροστά μας.

Επισκεφθήκαμε και το Φραγκοκάστελλο, οδηγώντας μέσα από τα Σφακιά, με την Όλγα να απορεί γιατί όλες οι ταμπέλες στο δρόμο είχαν τρύπες, λόγω σκοποβολής… Εμάς ευτυχώς δε μας βρήκε καμία χαχαχα. Το Φραγκοκάστελλο με τους Δροσουλίτες και τον ωραίο μύθο του. Εκεί να δεις φωτογραφίες που έβγαλα παρά τον αέρα που λίγο έλειψε να με σηκώσει…που πας καλέ αέρα, είπαμε είμαι η πιο βαριά. Πώς μ’αρέσουν τα κάστρα, τα παραμύθια κι οι ιππότες…κι αυτά τα παραμύθια τα’χω πληρώσει ακριβά, αλλά αυτό είναι θέμα άλλου άρθρου παρακαλώ μην τα μπλέκουμε.

Επισκεφθήκαμε και τη λίμνη Κουρνά, κάνοντας ποδήλατο θαλάσσιο, ό,τι πρέπει για ένα χτυπημένο γόνατο που σέβεται τον εαυτό του. Ε κι εκεί βγήκε όλη η Αλίκη που κρύβω μέσα μου. Το ‘Μια βάρκα ήταν μόνη της σε θάλασσα γαλάζια’ το τραγούδησα 3-4 φορές. Αυτό το παιδί μου θα πάει να παραδοθεί στην πρόνοια από μόνο του στα σίγουρα. Χελωνίτσες που μας είπε ο μίστερ που μας νοίκιασε τη βάρκα δεν είδαμε ποτές αλλά είδαμε παπιούλες, οπότε μια χαρά.

Από τους τελευταίους μας σταθμούς ήταν και το Μαράθι, όπου δε χώραγες να κάτσεις στην παραλία ούτε καρφίτσα να ρίξεις. Ένας ωραίος μικρός κόλπος που αιχμαλώτιζε τις ακτίνες του ήλιου στα νερά του και στις βαρκούλες που ήταν δεμένες στην προβλήτα του. Εκεί έσκασε μύτη ένα ζευγάρι του αταιριάστου, εμφανισιακώς ομιλούντες πάντα, όπως και πολλά άλλα ζευγάρια που είχαν περάσει μπρος από τα μάτια μου τις προηγούμενες μέρες, αλλά περί ορέξεως, κολόκυόπιτ πάι. Κάθονται στο διπλανό τραπέζι, μ’ενα κινητό στο χέρι ο καθένας…μπορεί να πέρασε και κανένα μισάωρο μέχρι να ανταλλάξουν μία κουβέντα. Η ξινίλα της κυρίας δεν περιγραφόταν, ενώ ο κύριος αφού έπαιξε με το κινητό του, στη συνέχεια άρχισε να παίζει με τα μάτια του και τα οπίσθια των λουόμενων κοριτσιών κατά μήκος της παραλίας. Άχου σκέφτηκα έτσι και σε πάρει χαμπάρι η κυρία, θα φας τέτοια τσοκαριά που τη διάσειση την έχεις σίγουρη για καμιά εβδομάδα! Ατάραχος, όμως, συνέχισε να αξιολογεί ό,τι περνούσε, λιαζόταν και πασαλειβόταν με αντιηλιακό. Άψογα εκπαιδευμένος – πιο πολύ είχα ταραχτεί εγώ που τον κοίταγα, παρά η συμβία του, που χάζευε κάτι φωτό στο κινητό – μόλις του είπε με τσιρχτή φωνή ‘αχ, κοίτα αγάπη μου αυτή τη φωτογραφία’, έκλεισε το ραντάρ του και γύρισε όλο χαμόγελο κι ενδιαφέρον να δει τη φωτό που του έδειχνε η κόμισσα της ξινίλας. Μια στεναχώρια και μια απογοήτευση με έπιασαν μ’αυτό το σκηνικό γιατί ποτέ δε θα καταλάβω τις σχέσεις συνήθειας ή τις σχέσεις ανάγκης, αυτές που σε εγκλωβίζουν και ψάχνεις σαν τρελλός δεξιά κι αριστερά μια κλεμμένη ανάσα διαφυγής, αλλά τδεν φεύγεις ποτέ από εκεί…τέλοσπάντων, μη σας βαραίνω κι εσας με τα υπαρξιακά μου γιατί αμέσως μετά στον ορίζοντά μου ήταν ένα άλλο ζευγάρι 40+ που προσπαθούσαν να βγάλουν selfie και χαμογελούσαν ενώ ο κύριος του ζευγαριού γαργαλούσε την αγαπημένη του και τη θώπευε ελαφρά στα οπίσθια. Ήταν τέτοια η τρυφερότητα μεταξύ τους που αποφάσισα να κρατήσω αυτή την εικόνα και να σβήσω την άλλη…

Αυτό το ταξίδι στα Χανιά είχε και συναντήσεις με ανοιχτόκαρδους φίλους, που μπορεί να μη βλεπόμαστε συχνά, αλλά έχουν μια αγκαλιά πάντα ανοιχτή και σε κάνουν να νιώθεις λες και είσαι σπίτι σου. Με γέλιο κι όμορφες γεύσεις, με φωτογραφίες που βγάλαμε και την υπόσχεση για το επόμενο αντάμωμα. Αυτό το ταξίδι στα Χανιά είχε μία άλλη γεύση ελευθερίας και μια νοσταλγία ιδιαίτερη για εικόνες που ξετιλύχθηκαν μπροστά μου κι έδωσαν απαντήσεις  που έστεκαν καιρό. Αυτό το ταξίδι στα Χανιά ήταν δώρο αναπάντεχο. Μπορεί οι φετινές ιστορίες παραλίας να μην είχαν πολλά ‘διαμαντάκια’ όπως οι περσινές, με ό,τι κουλό εμφανίστηκε μπροστά μας, είχαν, όμως, μία αλήθεια, είχαν ανεμελιά, είχαν πολλή ευγνωμοσύνη.

Κοιτούσα τον ήλιο κατάματα χωρίς φτιασίδια, χωρίς φίλτρα και στημένες σκηνές. Απόλαυσα να κοιτάω τον εαυτό μου και να ερωτεύομαι την απλότητα, το λιγοστό κραγιόν στα χείλη και τα μπλεγμένα μου μαλλιά από αλάτι και άνεμο. Αγάπησα το παγωμένο νερό που με συνέφερε και μου θύμισε πως η ζεστασιά ενός ωραίου σύννεφου, ενός καλά στημένου παραμυθιού δε συγκρίνεται με την καθαρότητα της ροής, της αλήθειας, της αφθονίας.

Θα τα ξαναπούμε αγαπημένα μου Χανιά…

ΥΓ: Οι φωτό είναι προσφορά του καταστήματος…από τις περίπου 1000 φωτογραφίες που τραβήξαμε…και τα περίπου 1400 χμ που διανύσαμε

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.