Η συγγραφέας Μαίρη Μαγουλά σε μία συζήτηση γύρω από τη λογοτεχνία – Έλια Κουρή

Spread the love

Αγαπητή κυρία Μαγουλά καλωσήρθατε στο Κiss My Grass και σας ευχαριστώ θερμά για την παραχώρηση αυτής της συνέντευξης. Ποια είναι η Μαίρη Μαγουλά και ποια ή ποιες ανάγκες της καλύπτει μέσω της γραφής;

Μια ευτυχισμένη γιαγιά, που κατόρθωσε να πείσει τον εαυτό της να χαίρεται με όσα έχει και να μην μελαγχολεί για όσα θα ήθελε και δεν κατέστη δυνατό να αποκτήσει. Η γραφή ήρθε απρόσμενα στη ζωή μου για να ισορροπήσει όλα όσα, κάποια στιγμή, διαταράχτηκαν βίαια.

Έχετε εκδώσει δύο μυθιστορήματα. Μιλήστε μας για τα δύο αυτά έργα σας.

Κύματα του Βοσπόρου: Κωνσταντινούπολη 1926-1964. Μια θεματική επιστροφή στον χώρο και στον χρόνο. Ένα σπονδυλωτό και πολυπρόσωπο μυθιστόρημα, ένα χρονογράφημα ουσιαστικά, από την στιγμή που οι ήρωες, πραγματικοί αλλά και φανταστικοί τοποθετούνται στο ιστορικό γίγνεσθαι και μέσα από τις ζωές τους παρακολουθούμε μια πληθώρα πραγματολογικών αναφορών σε ήθη, έθιμα και στερεότυπα της εποχής ζυμωμένα με όλα εκείνα τα σημαντικά ιστορικά γεγονότα της εποχής που σημάδεψαν τις ζωές των Ρωμιών.

Το πιο μακρύ ταξίδι: Ένα νοσταλγικό πισωγύρισμα στην Αθήνα της δεκαετίας του ΄50Ένα ταξίδι αναζήτησης της αγάπης όπου μέσα από τις ζωές των ηρώων, που αναμετριούνται με την μοίρα τους, ξεδιπλώνεται μια ολόκληρη εποχή σημαντική για τις βαθιές κοινωνικές αλλά και πολιτικές αλλαγές που σημειώθηκαν τότε στην αθηναϊκή κοινωνία.

Στο βιβλίο σας Κύματα του Βοσπόρου ασχολείστε με τη γενέτειρά σας την Κωνσταντινούπολη και κάνετε ένα μαγευτικό οδοιπορικό στον Βόσπορο και στα χωριά που τον περιβάλλουν. Δεδομένου ότι ζήσατε κάποια χρόνια εκεί και τώρα ζείτε στην Ελλάδα, πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν να επιστρέψετε εκεί και να αναστήσετε όλες σας τις αναμνήσεις;

Ήμουν πολύ μικρή όταν φύγαμε από την Πόλη. Λίγες οι αναμνήσεις, πολλές οι εικόνες από τα ακούσματα των δικών μου. Όταν πάτησα τα πρώτα γράμματα στον υπολογιστή, δεν είχα καθόλου στο μυαλό μου ότι θα έγραφα ένα βιβλίο. Ξεκίνησα με πολλή αγάπη και σοβαρότητα να δουλεύω, προσπαθώντας να βοηθήσω τον εαυτό μου να ξεπεράσει σοβαρά προβλήματα υγείας, μέσα από κάτι δημιουργικό. «Προτιμώ να δοκιμάσω με τη γραφή και όχι με τον ψυχαναλυτή», αποφάσισα. Στην πορεία, όλη αυτή η προσπάθεια με γοήτευσε τόσο, ώστε πήρε πια μια άλλη μορφή το όλο εγχείρημα. Αν και δεν υπήρχε εμπειρία, η λαχτάρα και η όρεξή μου για μάθηση, ο σεβασμός μου στις ζωές των ανθρώπων που ήρθαν και πέρασαν μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου και πάνω από όλα η αγάπη μου για ότι έκανα, βοήθησαν στο να προχωρήσει όλη αυτή η προσπάθεια αβίαστα και χωρίς δυσκολίες.

Οι ζωές που αναφέρονται σε πραγματικούς χαρακτήρες ήταν στο μυαλό μου σαν ένα κουτί με παζλ που του έλειπαν πολλά κομμάτια. Βρήκα τα χαμένα, στις διαδρομές του μυαλού μου τα βράδια, που ξάπλωνα με κλειστά μάτια και ταξίδευα πίσω στον χρόνο. Στην ανάλυση των χαρακτήρων και των συμπεριφορών αυτών των προσώπων προσπάθησα να είμαι όσο πιο αντικειμενική γινόταν μια και τα κομμάτια της ζωής τους που μου έλλειπαν τα έπλασε η φαντασία μου. Όλο αυτό ήταν γοητευτικό. Επώδυνο ήταν το πέρασμά τους από την Ιστορία, εκεί όπου τα βιώματα των δικών μου ανθρώπων ήταν τραγικά κι απίστευτα οδυνηρά και έστω κι αν δεν είχα προσωπικές μνήμες τις ένιωσα μέσα από την μια πληγή  που συνεχίζει να πονάει. Παρ’όλα αυτά θεωρώ ότι υπήρξα “αυθεντική” και “έντιμη” στην παράθεση των γεγονότων που σημάδεψαν ανεπανόρθωτα τον Ελληνισμό.

Πώς αισθάνεται ένας Έλληνας της Πόλης όταν αναγκάζεται να εκδιωχθεί βίαια από τον τόπο του και να ξεριζωθεί βιώνοντας σκληρά και αποτρόπαια γεγονότα; Πώς αισθάνθηκε εν προκειμένω ένα μικρό κορίτσι;

 Όπως προείπα, ήμουν πολύ μικρή και δεν είχα προλάβει να δημιουργήσω φιλίες ώστε να αισθανθώ πως κάποιος με αποσπά βίαια από το περιβάλλον μου. Για τον αδελφό μου που ήταν μεγαλύτερος όλο αυτό ήταν πιο τραυματικό. Μεγάλωσα σ’ ένα περιβάλλον ανθρώπων που εγκατέλειψαν τα σπίτια, τις δουλειές, τα χώματα των προγόνων τους, έχοντας πάντα ένα πονεμένο αναπάντητο «γιατί» στο στόμα, ανθρώπων που πάλεψαν για να επιβιώσουν σε μια ατμόσφαιρα αφιλόξενη έως και εχθρική πολλές φορές. Πώς να αποδεχθούν ότι «οι Τούρκοι τους έδιωξαν ως Έλληνες και οι Έλληνες τους υποδέχθηκαν ως Τούρκους»! Για τους γηγενείς, οι πρόσφυγες του ‘64, θύματα πολιτικών χειρισμών, δεν ήταν πραγματικοί Έλληνες. Όλα αυτά σε μικρή ηλικία τα περνούσα επιφανειακά. Μεγαλώνοντας άρχισα να συλλαμβάνω το πραγματικό μέγεθός τους καθώς και την επίδραση που είχαν στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μου. Νοσταλγικές αναφορές στο παρελθόν, πότε σε ευχάριστες πότε σε τραγικές στιγμές ηχούν ακόμη στ’ αυτιά μου.

 Γλαφυρή και λυρική η γραφή σας στην περιγραφή των τοπίων αλλά και απόλυτα ρεαλιστική όταν αφηγείστε τις ιστορίες των απλών ανθρώπων της Πόλης και τα γεγονότα της Ιστορίας της εποχής που περιγράφετε. Πώς διαχειριστήκατε όλα αυτά τα στοιχεία ώστε να δομήσετε το βιβλίο σας;

Υπήρχε σίγουρα το «βίωμα» που με ωθούσε όταν είχα αποφασίσει να γράψω. Πολλοί αναφέρονται σε χαρισματικούς συγγραφείς. Νομίζω πως αυτό είναι μύθος. Δεν θεωρώ πως η γραφή είναι χάρισμα με το οποίο γεννιέται κάποιος. Δεν είναι κάτι σαν την καλή φωνή που την καθορίζουν οι φωνητικές χορδές και το οποίο καλλιεργείς στη συνέχεια. Πιστεύω πως η γραφή αναπαράγεται με τη γραφή. Έτσι προχώρησα κι εγώ, μελετώντας, διαβάζοντας και τοποθετώντας τους ήρωες αληθινούς και φανταστικούς σε μια συμπόρευση, αναπλάθοντας εικόνες της εποχής στον Βόσπορο και στο ιστορικό Πέρα, σε μια μακρά περίοδο πολυτάραχη και μεστή από δυσκολίες, αμφιβολίες και ελπίδες με κορύφωση την τρομερή νύχτα των Σεπτεμβριανών του ‘55 και τις απελάσεις του ‘64.

Στο βιβλίο σας Το πιο μακρύ ταξίδι αναπαριστάτε με ακρίβεια και πιστότητα μια μικρογραφία της Πλάκας του 1950 και μια τοιχογραφία της τότε Πλακιώτικης και Αθηναϊκής κοινωνίας. Έκδηλη η έρευνά σας και σε αυτό το βιβλίο. Πώς προέκυψε η ιδέα για τη συγγραφή του;

Κατά τη διάρκεια ενός ανοιξιάτικου περίπατου στην Πλάκα παρατηρούσα γοητευμένη τους δρόμους, τις εκκλησιές και τα σπίτια. Ένιωσα τη μηχανή του χρόνου να με μεταφέρει σε μια άλλη εποχή κι αναρωτήθηκα ποιοι να ήταν οι ένοικοι αυτών των ιδιαίτερων σπιτιών αλλά και πώς να ήταν η ζωή τους. Αυτό ήταν το πρώτο ερέθισμα για να ξεκινήσω τη συγγραφή αυτού του μυθιστορήματος.

Ήταν στόχος σας όταν το γράφατε να προκαλέσετε το συναίσθημα των νεότερων ηλικιακά αναγνωστών οι οποίοι δεν έχουν ζήσει αυτή την εποχή και το ρομαντισμό της; Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία πάντως σίγουρα νοστάλγησαν διαβάζοντας…

Η συγγραφή για μένα είναι προσωπική ανάγκη. Δεν επιδιώκω τίποτα άλλο πέρα από το να βγάλω προς τα έξω όσα αναταράσσονται μέσα μου επιδιώκοντας τη συμφιλίωση με τον εαυτό μου και τον χρόνο. Ο ρομαντισμός είναι ένα στοιχείο του χαρακτήρα μου, η εποχή εκείνη όμως, η άκρως ρομαντική όπως φαντάζει στα μάτια των περισσότερων ανθρώπων ήταν συγχρόνως και πολύ δύσκολη. Μπορεί κανείς να δει ομοιότητες με την σημερινή κρίση αλλά και διαφορές. Δύσκολη οικονομική κατάσταση αλλά και άνθρωποι πιο σκληραγωγημένοι και πιο μαθημένοι στις στερήσεις από τον πόλεμο, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, αντίθετα με μας που ζώντας για χρόνια μέσα σε μια ψεύτικη ευημερία αισθανθήκαμε ξαφνικά βυθισμένοι στο κενό. Αυτό θέλησα να βγάλω στο μυθιστόρημά μου μέσα από τους ήρωες, που αντιπροσωπεύοντας τον αντιφατικό κόσμο εκείνης της δεκαετίας, ζουν σε μια Αθήνα που προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί. Με τις ιστορίες τους να ξεδιπλώνονται θέλησα να συνθέσω μια ανθρωπογεωγραφία αλλά και τοπιογραφία της Αθήνας της δεκαετίας του ‘50. Οι μεγαλύτεροι παραβλέποντας τα μελανά σημεία, σίγουρα νοστάλγησαν και οι νεότεροι ελπίζω να είδαν και κάτι άλλο πέρα από τον ρομαντισμό της.

Θέλετε να μοιραστείτε μαζί μας στιγμές και εικόνες από την καθημερινότητά σας; Τι σας αρέσει να διαβάζετε;

Δεν υπάρχει σχεδιασμένη καθημερινότητα. Όταν δουλεύω, το κάνω με πολύ αργούς ρυθμούς. Ξεκινώ, πάντα πρωί, μ’ ένα φλιτζάνι αρωματικό καφέ, και γράφω τόσο όσο αισθάνομαι ότι μπορώ να υλοποιήσω την ιδέα που έχω στο μυαλό μου. Είμαι σε συνεχή συναισθηματική ένταση, όπως κι όταν διαβάζω ένα βιβλίο που με συναρπάζει. Περνώ όλο τον χρόνο μου παρέα με τους ήρωές μου, ζω κάθε μέρα μαζί τους, γίνονται κομμάτι της ζωής μου. Ο κήπος μου, η μουσική και η ώρα της πεζοπορίας δίπλα στη θάλασσα περιμένοντας τους γλάρους να φανούν είναι αυτά που με χαλαρώνουν και μαζί με τα βιβλία γεμίζουν το εικοσιτετράωρό μου. Διαβάζω ό,τι θεωρώ πως θα με διδάξει λογοτεχνικά δίνοντας προτεραιότητα στη γλώσσα και φυσικά και στο τι πραγματεύεται. Αν θα έπρεπε να εκφράσω μια προτίμηση σε ένα είδος θα επέλεγα τα κοινωνικά μυθιστορήματα με ιστορικό υπόβαθρο.

Έχετε μια διακριτική παρουσία στο χώρο και μιλάτε όταν έχετε πραγματικά κάτι ουσιώδες να πείτε. Αυτό είναι ανάγκη ή επιλογή για εσάς;

Δεν θεωρώ πως είναι δική μου δουλειά να παίρνω θέση για όλους και για όλα όσα συμβαίνουν. Σαφώς και έχω άποψη και αν μου ζητηθεί θα την εκφράσω αλλά δεν πιστεύω πως η υπερβολική έκθεση και η αναγνωσιμότητα μέσω αυτής θα με κάνει καλύτερη συγγραφέα ούτε και πως θα έχει κάτι να προσφέρει στους άλλους. Προτιμώ να αφιερώνω τον χρόνο μου σε διάβασμα και αν είναι κάτι να δώσω να γίνει μέσα από τη γραφή μου.

Τα επόμενα σχέδιά σας αναφορικά με τη συγγραφή ποια είναι; Να περιμένουμε σύντομα ένα νέο μυθιστόρημα;

Προσπαθώ να αποκοπώ από τους ήρωες του νέου μου μυθιστορήματος που ετοιμάζεται για τα πρώτα του βήματα προς την έξοδο.

Τα νέα παιδιά διαβάζουν σήμερα; Πώς μπορούμε να τα κινητοποιήσουμε ώστε να καταφύγουν στην ανάγνωση βιβλίων και να βιώσουν τα οφέλη της;

Όχι, τα νέα παιδιά δεν διαβάζουν βιβλία. Θεωρούν πως είναι κάτι βαρετό και αναχρονιστικό. Πώς μπορούμε να τα κινητοποιήσουμε; Ενδιαφέρουσα ερώτηση για την οποία δυστυχώς δεν έχω την απάντηση. Η γνωριμία των παιδιών με το βιβλίο από την νηπιακή ηλικία, η αναβάθμιση της διδασκαλίας της λογοτεχνίας στα σχολεία, η ώθηση για συμμετοχή σε λέσχες ανάγνωσης είναι ίσως κάποια βήματα που θα βοηθούσαν, ωστόσο παραμένουν θεωρητικά και με αμφίβολα αποτελέσματα.

Αφού σας ευχαριστήσω θερμά εκ μέρους όλης της συντακτικής ομάδας, θα σας ζητήσω να κλείσετε τη συνέντευξη όπως εσείς θέλετε. Με μια σκέψη σας, μια ευχή για το αναγνωστικό κοινό ή ένα μότο σας.

Αφού σας ευχαριστήσω κι εγώ με τη σειρά μου, για τον χρόνο και τον χώρο που μου χαρίσατε και ευχηθώ υγεία και αγάπη σε όλους, θα κλείσω με Σωκράτη: «Το μυαλό σου είναι το αδιέξοδό σου, δεν χρειάζεται αλλαγή, χρειάζεται να απελευθερωθεί».

 

 

 

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.