Mερτζανή, το δάκρυ της Θράκης της Μάρθας Πατλάκουτζα, εκδόσεις Έξη

Spread the love

Βιβλιοκριτική της Έλιας Κουρή

Κάθε φορά που πιάνω στα χέρια μου ένα βιβλίο, αναζητώ αυτό το κάτι, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του που θα με ταξιδέψουν και θα με κάνουν να χαθώ στο χώρο και στο χρόνο. Στο βιβλίο Μερτζανή, το δάκρυ της Θράκης με συγκλόνισε η ίδια η ιστορία, η υπόθεση του βιβλίου, η ζωή αυτής της κοπέλας, της Μερτζανής.

Ζωή δύσβατη σε δύσκολα χρόνια, αλλά και ένα πάθος εκ μέρους της ηρωίδας να υπερκεράσει όλες τις αντιξοότητες, να ξεπεράσει κάθε αναποδιά, κάθε δυσκολία. Το πείσμα της, η θέλησή της να ζήσει, ακόμα και όταν χάνει σχεδόν τα πάντα, διδάσκουν. Μεταλαμπαδεύονται στον αναγνώστη, ο οποίος σίγουρα δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος σε όσα γίνονται εικόνα μπροστά του, και διδάσκεται να τολμά, να προσπαθεί, να μην τα παρατά.

Ο ρυθμός της αφήγησης είναι γρήγορος και καταιγιστικός. Είναι τα ίδια τα γεγονότα που συνδράμουν σε αυτό. Όχι μόνο τα Ιστορικά αλλά και όλα αυτά που συμβαίνουν στη ζωή της Μερτζανής.  Η γραφή της Μάρθας Πατλάκουτζα απλή, χωρίς να πλατειάζει και να κουράζει. Συναισθηματική, λυρική και ρεαλιστική. Το ιστορικό φόντο που φωτίζει τον καμβά της αφήγησης στήνεται στην Ανατολική Θράκη του 1908, όταν γεννιέται το κοκκινομάλλικο κορίτσι με τα κόκκινα μάγουλα, σαν τα μερτζάνια, τα σπάνια κοράλλια της Μαύρης Θάλασσας. Ταραχώδη, ομιχλώδη και δύσκολα χρόνια με το κίνημα των Νεότουρκων και την ανταλλαγή των πληθυσμών. Εν μια νυκτί κυριολεκτικά οι Έλληνες της Ανατολικής Θράκης αναγκάζονται να εγκαταλείψουν το βιος τους, τα σπίτια τους και τη ζωή τους και να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα, τη μητέρα πατρίδα που ωστόσο είναι ένας άγνωστος τόπος για αυτούς. Η δράση συνεχίζεται καθώς περνούν τα χρόνια και εναρμονίζεται με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη βουλγαρική κατοχή στη Μακεδονία, με τα χρόνια του Εμφυλίου και με τη Μεταπολεμική Ελλάδα που προσπαθεί να αναγεννηθεί από τις στάχτες του πολέμου.

Το βιβλίο τυχαίνει να είναι και πιο επίκαιρο από ποτέ λόγω της κατάστασης που αντιμετωπίζει η χώρα μας με τους μετανάστες και τους πρόσφυγες πολέμου. Το οδοιπορικό της δεκατετράχρονης Μερτζανής με ένα κάρο και τη μικρή αδερφή της ως τα σύνορα στον Έβρο, όπου έπρεπε να περάσουν το ανταριασμένο ποτάμι, είναι συγκλονιστικό. Oι περιγραφές της συγγραφέα είναι απλές αλλά με μία τεράστια δυναμική. Είναι λυρικές και συγχρόνως τόσο ρεαλιστικές και δωρικές. Τα κορίτσια έχουν χάσει τη μάνα τους και ο πατέρας τους με τη νέα του οικογένεια αποφασίζει να αφήσει τις κόρες να πάνε με τα πόδια ως τη Χρυσούπολη, στην Καβάλα ενώ ο ίδιος ταξίδεψε με το τρένο.

Η ηρωίδα μας έχει τσαγανό, αστείρευτη και απύθμενη θέληση. Εσωτερική δύναμη και πίστη. Πίστη να νικά ακόμα και τον θάνατο, με θέληση για ζωή. Δεν τη φοβάται τη ζωή, γι’ αυτό την πιάνει απ’ τα κέρατα και την κουμαντάρει παρά τα όσα η μοίρα έχει γράψει για αυτή. Φάρος και οδηγός της τα λόγια της μάνας της :

«Μερτζανή μου, όσο η ανάσα βγαίνει από μέσα σου, θα ζεις. Άντε, τζιέρι μου, σήκω και ζήσε».

Και έζησε πολλά. Λίγες χαρές, πολλές λύπες και δυσκολίες. Αξιοπρεπής δεν το έβαλε ποτέ κάτω. Ρόλο κλειδί στην εξέλιξη της υπόθεσης έχει ένα μυστικό που κρατά η Μάρθα, η μάνα της Μερτζανής και το οποίο βγαίνει στο φως προς το τέλος του βιβλίου.

Τα μηνύματα του βιβλίου είναι πλείστα. Ο κάθε αναγνώστης μπορεί να δώσει τη δική του ερμηνεία. Όλοι οι χαρακτήρες είναι σκιαγραφημένοι σύμφωνα με τα πρότυπα της περιγραφόμενης εποχής, σύμφωνα με τα βιώματά τους και εναρμονισμένοι με τις αφηγήσεις που είχε η ίδια η συγγραφέας από τους προγόνους της. Όπως αναγράφεται και στο εξώφυλλο πρόκειται για μια αληθινή ιστορία την οποία η συγγραφέας έχει αφηγηθεί με συνέπεια απέναντι στον αναγνώστη, με αντικειμενική θεώρηση και χωρίς να υποπέσει σε μελοδραματισμούς.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.