Το τραγούδι της ζωής

Spread the love

Γράφει η Έλενα Καλογεροπούλου

Κάθεται στην καρέκλα του, αγέρωχα στημένος! Πίσω από τα θολά γυαλιά του, τα μάτια του, υγρά. Τα μαλλιά του έχουν το χρώμα του γκρίζου σύννεφου μπλεγμένου με εκείνο του χιονιά. Τα γένια του καλύπτουν το σκαμμένο από τις ρυτίδες πρόσωπό του. Θα μπορούσε να παραπονεθεί για όσα συμβαίνουν γύρω του, θα μπορούσε να δακρύζει που πέρασε πόλεμο, φτώχεια και θανάτους αγαπημένων του προσώπων και τώρα ήρθε πάλι η ώρα να ταράξει την ζωή του ένας ξεχωριστός πόλεμος. Ένας εχθρός που δεν τον βλέπει και δεν ξέρει πως να τον αντιμετωπίσει. Τον έκλεισε στο σπίτι, αφήνοντας τον άοπλο απέναντι στην μανία του.

Αντί για αυτό ανοίγει τα χείλη του και πιάνει το τραγούδι. ‘Ένα τραγούδι λεβέντικο, από τα ξεχασμένα. Από εκείνα που έλεγαν παλιά σαν μαζευόντουσαν στα σπίτια κι έστηναν γλέντι και χορό, κερνώντας τον μεζέ από το ίδιο πιρούνι. Τραγουδώντας χωρίς όργανα, χωρίς μουσική, με μόνη μελωδία αυτή που έβγαινε από την καρδιά τους. Τι κι αν το σώμα γέρασε, η ψυχή του όμοια με παλικαράκι τραγουδά τον σκοπό που πιάστηκε από τα χείλη του. Η φωνή απ’ τη συγκίνηση σπασμένη, μα κρυστάλλινη, σχίζει την καρδιά σου σαν γυαλί ακούγοντας τα λόγια.

Αυτός δεν είναι μόνο ο δικός μου παππούς, που βλέποντας τον μέσα από ένα
βίντεο με κάνει να βουρκώσω. Είναι η εικόνα που με κάνει να συνειδητοποιήσω το
νόημα που έχει ο αγώνας που δίνουμε όλοι μας αυτόν τον καιρό. Είναι οι
παππούδες και οι γιαγιάδες όλων μας. Είναι οι παιδικές μας αναμνήσεις. Είναι οι
άνθρωποι, που υπάρχουμε ως συνέχεια τους! Δεν είναι γέροι και γριές, όπως
ακούστηκε να τους αποκαλούν.

Είναι εκείνοι που είχαν στην τσέπη τους πάντα καραμέλες να σου δώσουν. Είναι εκείνοι που σε έστελναν να πάρεις κάτι τάχα από το μπακάλικο και κλείνοντας σου συνωμοτικά το μάτι, ήξερες πως τα ρέστα θα γίνουν σοκολάτα, παγωτό και ότι λαχταρούσε η παιδική ψυχή σου. Αυτοί που σε περίμεναν πάντα με ένα χαμόγελο στην πόρτα και φώτιζε το πρόσωπό τους σαν άκουγαν τα βήματα σου, ν’ ανεβαίνουν τρέχοντας την σκάλα. Είναι οι μυρωδιές τους… Το ζυμωτό ψωμί, τα πολύχρωμα λουλούδια φυτρωμένα στους ντενεκέδες του λαδιού, οι ιστορίες τους, τα αστεία τους. Είναι τα γερασμένα χέρια, με το ελαφρύ τρέμουλο, ν’ αφήνουν ένα χάδι στο κεφάλι σου κι ένα μεγαλύτερο στην ψυχή σου.

Είναι οι άνθρωποι αυτοί που στάθηκαν μάνες και πατέρες για τα παιδιά σου. Που έπαιξαν το ρόλο σου όσο εσύ προσπαθούσες να ισορροπήσεις μεταξύ όλων των άλλων ρόλων που σου ανέθεσε η ζωή. Είναι ο παππούς και η γιαγιά, όχι ο γέρος και η γριά. Κάποιους δεν τους έχουμε πια κοντά μας. Κάποιοι πρόλαβαν να γίνουν αστέρια στον ουρανό φωτίζοντας τις σκοτεινές μας νύχτες. Δεν προλάβαμε ίσως να τους πούμε πόσα σήμαιναν για εμάς! Υπάρχουν όμως ακόμη δίπλα μας εκείνοι που η παρουσία τους κάνει το δέντρο της ζωής μας να ριζώνει και να ανθίζει. Εκείνοι που το τραγούδι τους πρέπει να συνεχίσει να ακούγεται σαν το γλυκό αγέρι που μπλέκεται στα κλαδιά του κι αφήνει γύρω του τη γλυκιά μελωδία της ζωής! Για χάρη των ανθρώπων μας, η απομόνωση που βιώνουμε δεν λογίζεται ως φυλακή. Λογίζεται ως αγάπη. Και η αγάπη πάντα φαίνεται στις πράξεις.

Πηγή: https://vivliopareas.blogspot.com/

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.