Μη ρωτάς αν ζω, του Τάσου Φούντογλου – εκδόσεις Υδροπλάνο

Spread the love

Βιβλιοκριτική της Χαράς Μαρκατζίνου

Το πρώτο μυθιστόρημα του Τάσου
Φούντογλου, ο οποίος δεν μας συστήνεται σαν συγγραφέας, τουλάχιστον όχι μέχρι
να εξημερώσει τις δικές του λέξεις και να τις κάνει αφορμές διηγήσεων, είναι
ένα μυθιστόρημα που θα σας αγγίξει στο πιο ευαίσθητο σημείο της καρδιάς, που θα
σας ταξιδέψει σε εικόνες, που αν και καθημερινές έχουν μια ξεχωριστή ομορφιά.
Ένα μυθιστόρημα που θα σας μαγέψει με τις μεταφορές του, με τη χρήση των λέξεων
που ο συγγραφέας τόσο ιδιαίτερα και ξεχωριστά χειρίζεται.

Η ηρωίδα του, η Αλκμήνη είναι μία
γυναίκα, σύντροφος, μητέρα, που τις τελευταίες ημέρες της ζωής της αναπολεί,
θυμάται, αναλογίζεται, απολογείται στον εαυτό της για όσα δεν τόλμησε, θυμώνει
για τις στιγμές που κιότεψε. Μια γυναίκα που με αξιοπρέπεια έζησε ακόμα και τα
λάθη της, που δεν προσπάθησε να τα κρύψει ή να τα φορτώσει σε κάποιον άλλον.
Μία μητέρα που ανέστησε τρία παιδιά, που τους έμαθε την σημασία της ευθύνης,
έστω κι αν αυτή φάνταζε στις πλάτες τους βαριά και δυσανάλογη. Μία γυναίκα που
ερωτεύτηκε, που τόλμησε, που στάθηκε πάνω από τις περιστάσεις όταν εκείνες ήταν
λιγότερές της. Μια γυναίκα που αναμετριέται με το θάνατο και τον κοιτά κατάματα
χωρίς μιζέρια, όπως κατάματα κοίταξε και αντιμετώπισε τη ζωή της ακόμα και τις
φορές που χαμήλωσε το βλέμμα από φόβο.

«Πριγκίπισσά μου, ο φόβος κρατάει τους ανθρώπους σε μια ρουτίνα και η ρουτίνα τρέφεται από έναν φόβο. Αυτός τους κάνει να ζούνε ό,τι δεν θέλουν να ζήσουν και να αποδιώχνουν από κοντά τους ό,τι ποθεί πραγματικά η ψυχή τους να ζήσει.»

Την αφήγηση και τις σκέψεις της
Αλκμήνης διαδέχεται η αφήγηση του πρωτότοκου γιου της Φίλιππου και εκεί
φαίνεται το ταλέντο του συγγραφέα Τάσου Φούντογλου να μπορεί να χειρίζεται
ταυτόχρονα δύο ήρωες, τη μητέρα και τον γιο, τη γυναίκα και τον άνδρα, την
τροφό και το μωρό, το πρότυπο του ενός, εκείνο τον μοναδικό έρωτα του και την
μεγάλη αδυναμία της, τον δικό της ατόφιο, αγνό, μοναδικό έρωτα. Πώς νιώθει
άραγε μια γυναίκα τον χρόνο της να τελειώνει; Πώς νιώθει για όλα όσα πέρασαν
από τη ζωή της και της άφησαν ανεξίτηλο σημάδι; Πώς νιώθει για τον έρωτα που
έζησε στα κρυφά, για εκείνο το πάθος που δεν βγήκε να περπατήσει φανερά στη
ζωή; Πώς αντιμετωπίζει το γιο της και την κριτική που έχουν τα έφηβα λόγια του;
Πώς νιώθει για τον ίδιο της τον εαυτό και τα όνειρα που πρόδωσε; Κι είναι άραγε
αυτό το τέλος αντάξιο της πορείας της;

«Δεν αποποιήθηκα ποτέ, δεν αρνήθηκα, δεν πέταξα κρυφά ένα βράδυ πάνω από κάποια γέφυρα, κάποιο τεκμήριο ενοχής… Ένιωσα πως με πρόδωσα, πως δεν έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να βρω επιτέλους τα αγαπημένα μου χρώματα και να τα σκορμπίσω στις ακουαρέλες της ψυχής μου…»

Το μυθιστόρημα του Τάσου
Φούντογλου θα το ξεχωρίσετε όχι μόνο για την τρυφερότητα στην περιγραφή του
μητρικού ρόλου, τις στιγμές που ο γιος μιλάει για τη μητέρα, περιγράφοντας πώς
η για πρώτη φορά μάνα έρχεται αντιμέτωπη με αγωνίες, πυρετούς, προβλήματα που
εκείνη τη στιγμή της φαντάζουν βουνό και δεν μπορεί να τα αντιμετωπίσει. Μα θα
το λατρέψετε και για την άρτια περιγραφή της γυναίκας, που ήταν μάνα αλλά δεν
αρνήθηκε ποτέ τον διττό της ρόλο. Λέει χαρακτηριστικά ο Φούντογλου «Μα πώς όμως
να ξεχωρίσεις δύο πλάσματα που κατοικούν στο ίδιο σώμα, δύο ξέχωρα ανάμικτρα,
να τα ανακατεύει η ανάγκη της ζωής και να τα ξεχωρίζει η έγνοια του θανάτου;»
Κι ο συγγραφέας στήνοντας την Αλκμήνη του στάθηκε ακέραιος και ακριβοδίκαιος
απέναντι και στα δύο πλάσματα, τη μητέρα και την γυναίκα. Την ερωτεύτηκε, την
αγάπησε, την απομυθοποίησε, την τίμησε, την σεβάστηκε.

«Ήσουν η πιο ωραία γκόμενα που αντάμωσα στη ζωή μου έτσι όπως σε είδα… με εκείνη τη γλυκιά ομορφιά που’χει πάνω της η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, και να πάνε στο διάολο όλα τα οιδιπόδεια που μας φόρτωσαν για να φοβόμαστε να το ομολογήσουμε δίχως να ντραπούμε…»

Διαβάζοντας το συγκεκριμένο
μυθιστόρημα διαπιστώνει ο αναγνώστης το μεγαλείο της γυναικείας φύσης, που δεν
είναι φτιαχτό, άπιαστο, πλαστό μα είναι πέρα για πέρα αληθινό με όλα τα τρωτά
του, τα φταιξίματα, τα δύσκολά του, με την αξιοπρέπεια που υπάρχει στο να είσαι
και να ζεις όπως ορίζει ο εαυτός σου και κανένας άλλος. Ένας γιος βουτάει το
μελάνι του στην πένα της καρδιάς για να μιλήσει για το πιο σπουδαίο πρόσωπο στη
ζωή του, τη μητέρα του.

Ένα υπέροχο μυθιστόρημα που
εξυμνεί και επιβεβαιώνει τη προσωρινότητα και τη θνητότητα της ζωής μα
παράλληλα γεμίζει τις αισθήσεις σου με εικόνες, γεύσεις, ήχους, αγγίγματα μιας
ζωής ενσυνείδητης. Ένας εξαιρετικός Τάσος Φούντογλου που χειρίζεται τις λέξεις
αριστουργηματικά πλάθοντας πάνω τους μία ολόκληρη ζωή.

«Αυτό που με’ νοιαζε μόνο ήταν να αγαπηθώ με πάθος. Να βρει η καρδιά μου ένα στήθος για να χτυπάει μέσα του.»

Ας είναι καλοτάξιδο στις καρδιές των αναγνωστών.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:

Γεννήθηκε
το 1978 στην Κοζάνη, όπου πέρασε και τα παιδικά του χρόνια. Μετά Σέρρες και
Πτολεμαΐδα, για να κλείσει ο πρώτος αυτός κύκλος, πάλι στη γενέθλια πόλη. Ήτανε
γραφτό μάλλον να κλείσει εκεί, για να ξεκινήσει μετά κάπου αλλού… Ακολούθησαν
σπουδές στην Ιατρική, πτυχίο στις Πολιτικές Επιστήμες, Μεταπτυχιακό στη
Διοίκηση Μονάδων Υγείας, ερευνητικές ανησυχίες στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας,
ειδικότητα στη Νεφρολογία, ιδιωτικό ιατρείο, κλινικές αιμοκάθαρσης και ποιος
ξέρει ακόμα τι του επιφυλάσσει η ζωή! Συγγραφέας δεν δηλώνει ακόμα. Θα το ‘θελε
πολύ αλλά κάνει υπομονή και.. περιμένει!

Άλλωστε,
όπως συνηθίζει να λέει συχνά, αφορμή του συγγραφέα είναι η λέξη. Και μέχρι να
εξημερώσει τις δικές του λέξεις και να τις κάνει αφορμές διηγήσεων, παραμένει
ένας κανονικός και δίχως ιδιαίτερο ενδιαφέρον Ιατρός Νεφρολόγος…

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.