Βιβλιοκριτική για το μυθιστόρημα του Βαγγέλη Παππά “Ο Αχμάκης” από τις εκδόσεις Εν Πλω – Χαρά Μαρκατζίνου

Spread the love

Όταν ένα βιβλίο σε έχει ταξιδέψει, προσπαθείς να διαλέξεις τις λέξεις εκείνες που θα το περιγράψουν καλύτερα, ώστε να μεταφέρουν όσο το δυνατόν καλύτερα το μεγαλείο του, τις σκέψεις που σου προκάλεσε, τα όσα ένιωσες ταξιδεύοντας μέσα στις σελίδες του. Με τον «Αχμάκη» του Βαγγέλη Παππά, όμως τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά…Οι λέξεις υποτάσσονται στο μεγαλείο του λυρισμού και της γλαφυρότητας του “Αχμάκη”

Το Νοέμβριο του 2018 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Εν Πλω το μυθιστόρημα του Βαγγέλη Παππά με τίτλο «Ο Αχμάκης», που είναι μία μυθιστορηματική αφήγηση της ζωής και του έργου του ζωγράφου της Ρωμηοσύνης, του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ. Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ ήταν μία ανένταχτη ψυχή, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ζωγράφος, θεματοφύλακας των Ελλήνων ηρώων και του πολιτισμού μας, που το μοναδικό του έργο, αν και πολεμήθηκε και χλευάστηκε από πολλούς στενόμυαλους ανθρώπους που συνάντησε ο ζωγράφος στη ζωή του , τον Ιούνιο του 1961, εικοσιεπτά χρόνια μετά το θάνατό του, έμελε να δοξαστεί μέσα στις αίθουσες του Λούβρου.

Η ιστορία της ζωής του ξετυλίγεται μέσα σε 684 σελίδες, που αν στην αρχή φανούν πολλές στον αναγνώστη, η ροή της ιστορίας είναι τόσο καθηλωτική που θα τον συνεπάρει θέλοντας να γνωρίσει από κοντά τη ζωή του Θεόφιλου ως την τελευταία του στιγμή. Αυτό το μυθιστόρημα είναι γεμάτο υψηλά νοήματα, γεμάτο ιστορία και γεμάτο συναισθήματα. Περιγράφεται το ταξίδι του ζωγράφου από τη γέννησή του ως το θάνατό του, η προσπάθειά του να ξεφύγει από τη γενέτειρά του και την κακομεταχείριση που βίωνε από την οικογένεια και τον κοινωνικό του περίγυρο, τα χρόνια που έζησε στη Σμύρνη, το Βόλο και η επιστροφή του τελικά στη Μυτιλήνη για να ολοκληρώσει τον έργο του. Από τα μικρά του χρόνια διψάει για τη δημιουργία, φύση καλλιτεχνική, τον μαγεύουν τα χρώματα και έχει ένα πολύ ιδιαίτερο και ξεχωριστό τρόπο να ζωγραφίζει. Κάτι που θα γίνει αντικείμενο χλευασμού από πολλούς. Ο ίδιος ο Θεόφιλος, όμως, πιστός στη φωνή της ψυχούλας του συνεχίζει να δημιουργεί αριστουργήματα σε σπίτια, σε αυλές, στις παράγκες των προσφύγων της Σμύρνης που κατοικούσαν στο Βόλο, σε εκκλησιές, που η στενομυαλιά των θεοσεβούμενων κληρικών και των προεστών θα κρατήσει αγιογραφίες κρυμμένες πίσω από τον ασβέστη…Κι είναι η ίδια αυτή φωνή που θα τον οδηγήσει πίσω στη γενέτειρά του, που παρά το φόβο που νιώθει για όσα βίωσε στα μικρά του χρόνια εκεί, δε θα κιοτέψει παρά σαν γνήσιος ήρωας θα αντιμετωπίσει αντρίκια τον εχθρό. Η δικαίωση για το περίφημο έργο του έρχεται στο πρόσωπου του Στρατή Ελευθεριάδη, γνωστού και ως Τεριάντ, ο οποίος εκστασιασμένος και ο ίδιος από το έργο του Θεόφιλου θα το φέρει στο φως  για να δοξαστεί στις αίθουσες του Λούβρου.

«Εγώ με το φτενό μ’το μυαλό, ένα πράγμα ξέρω. Μιαν ολάκερη ζωή την αφιέρωσα στη ζωγραφική γιατί καθώς φαίνεται ήταν της μοίρας μου γραφτό να γένει έτσι αλλιώτικα δε θα μπορούσε να συμβεί κάτι διαφορετικό. Σαν την ανάσα ένα πράμα. Δεν ανασαίνεις γιατί αυτό σημαίνει κάτι, δε βασανίζεις το νου σου για να καταλάβεις τι κρύβεται πίσω απ’την ανάσα, αλλά απλά, ανασαίνεις αδιάκοπα γιατί θες να ζεις. Έτσι και η ζωγραφική μου, μπάρμπα. Ζωγραφίζω για να ζήσω. Να μην τα τινάξει η ψυχούλα μ’…»

Ο Θεόφιλος δεν αποζήτησε ποτέ τη δόξα, την αναγνώριση, τα πλούτη. Σκοπός του ήταν να ζωγραφίζει τους μεγάλους Έλληνες ήρωες, από τον Μεγαλέξανδρο ως τον Καραισκάκη, να κρατήσει ζωντανή τη φλόγα της ιστορίας. Κι όσο σκληρά του φέρθηκε η ζωή, εκείνος υπόμεινε καρτερικά κάθε βάσανο, ξεπλένοντας τον πόνο του με δάκρυα και αποτυπώνοντας τη φλόγα της ψυχούλας του σε κάθε ζωγραφιά του. Παρέα με το κασελάκι του και τα χρώματά, τα ονείρατα και τα οράματά του, την καθοδήγηση των μεγάλων ηρώων, διάνυσε το ταξίδι της ζωής του. Ένα ταξίδι που ο αναγνώστης θα ζήσει με όλες του τις αισθήσεις μιας και ο Βαγγέλης Παππάς έχει διαλέξει γλαφυρότατες λέξεις και εικόνες για την περιγραφή. Όντας ο ίδιος ζωγράφος, όπως προσεκτικά θα επέλεγε τα χρώματα και θα τα αναμίγνυε για τον καμβά του, το ίδιοι έχει κάνει και με τις λέξεις του στο μυθιστόρημά του. Τόσο όμορφα πλεγμένες στο κείμενο ζωγραφίζουν στον αναγνώστη εικόνες, συναισθήματα. Υπάρχει ένας εξαιρετικός λυρισμός που μαγεύει τον αναγνώστη. Η χρήση της τοπολαλιάς της Λέσβου σε διάφορα σημεία του κειμένου προσδίδει μία ακόμα νότα στο κείμενο χωρίς να κουράζει τον αναγνώστη. Προσωπικά, μαγεύτηκα από τις λέξεις που διάβασα και πιστέψτε με, όσα επίθετα και να χρησιμοποιήσω δε θα καταφέρουν να αποτυπώσουν το μεγαλείο της εικόνας που δημιουργεί ο Βαγγέλης Παππάς με το κείμενό του.

Διαβάζοντας τον «Αχμάκη» ο αναγνώστης θα βιώσει ο ίδιος την πορεία από τη γέννηση, τη δοκιμασία, την κακουχία, τη «σταύρωση», τη λύτρωση, την ανάσταση, τη προσωπική θέωση που έζησε ο Θεόφιλος. Το μυθιστόρημα τούτο είναι αφορμή για την προσωπική αναζήτηση του καθενός, για προβληματισμό και σκέψη, για απαλλαγή από τον άκρατο εγωισμό – θαρρώ ο Θεόφιλος δε γνώριζε καν τι θα πει εγωισμός και ούτε για μια στιγμή δεν του επέτρεψε να δηλητηριάσει τη ζωή του – για τη σταύρωση του καθενός και τελικά την ανάστασή του. Η απλότητα με την οποία έζησε τη ζωή του ο Θεόφιλος, ίσως ξενίζει τους περισσότερους από εμας, ακριβώς γιατί έχουμε κάνει τη δική μας ζωή τόσο αδικαιολόγητα σύνθετη.

«Ο Θεόφιλος, όμως, δεν λαχταρά, παρά το ζει το θάμα εφέντη μ’! Άλλο πιστεύω, ή μάλλον καμώνομαι πως πιστεύω, μπας και το πιστέψω, κι άλλο ζω.»

Ένα μυθιστόρημα γεμάτο ήθος, συναισθήματα, τέχνη, ιστορία. Δυστυχώς, στις μέρες μας εξακολουθούμε και αγνοούμε φορείς του πολιτισμού μας, ξεχνάμε την ίδια μας την ιστορία. Ο «Αχμάκης» του Βαγγέλη Παππά, όμως, είναι ένας θεματοφύλακας της ιστορίας μας, ένα τονωτικό στη μνήμη μας ή ακόμα κι ένα σπουδαίο μάθημα πολιτισμού για εκείνους που δεν έμαθαν, δε γνώρισαν. Ο συγγραφέας Βαγγέλης Παππάς δίνοντας όλη του την αγάπη στο τελευταίο του αυτό πόνημα, όπως κάνει άλλωστε και με ό,τι καταπιάνεται, θα σας συγκινήσει, θα σας εκπαιδεύσει, θα σας συγκλονίσει. Τόσο που φτάνοντας στις τελευταίες σελίδες του μυθιστορήματός του θα ζητάτε να διαβάζετε τις λέξεις πιο αργά για να μην τελειώσει…

«Καρδιά και τέχνη μια ουσία! Καρδιά είναι η γη, και τέχνη το πολύτιμο κι ανεκτίμητο πετράδι της. Αυτή είναι η τέχνη μου, λοιπόν! Η ίδια, απαράλλαχτη καρδιά μου!»

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.